«Ανυπεράσπιστος καημός» (η 3η ποιητική συλλογή): Ακατάλληλος για τρυφερότητα — Από κορμί σε κορμί — Αποκούμπι — Βασιλάκης — Βολέματα καταστροφής — Διάλειμμα χαράς — Δυτικές συνοικίες — Εγνατία — Εκείνοι που μας παίδεψαν — Ενός λεπτού σιγή — Εξόντωση — Επέτειος — Έρωτας — Έρωτας στα χωράφια — Η κακιά στιγμή — Η νύχτα το ’χει απόψε — Η φυσαρμόνικα — Ηλιοβασίλεμα — Καλοκαίρι — Κοσμικοί νέοι — Με κατάνυξη — Μην περιμένεις — Μπαξέ Τσιφλίκι — Μυγδαλιές — Νύχτα, χάρισέ μου ένα κορμί — Ό,τι κορόιδευα — Οι δράκοι — Όταν σε περιμένω — Πατριωτάκια — Προκοπή απ’ τους όμορφους δεν έχει — Προσκυνήματα —
☆ 723 Ποιητές - 8.176 Ποιήματα ☆
Επιλογή της εβδομάδας..
Οδυσσέας Ελύτης, «Το Μονόγραμμα»
Θά πενθώ πάντα -- μ’ακούς; -- γιά σένα, μόνος, στόν Παράδεισο Ι Θά γυρίσει αλλού τίς χαρακιές Τής παλάμης, η Μοίρα, σάν κλειδούχο...
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χριστιανόπουλος Ντίνος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Χριστιανόπουλος Ντίνος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Ντίνος Χριστιανόπουλος, «Το ταγκαλάκι»
Αν ποτέ με τρακάρετε
να τριγυρνάω ύποπτα
σε πάρκο ή ερημιά,
μη με παρεξηγήσετε
μην πείτε μέσα σας
«το ταγκαλάκι!»
να τριγυρνάω ύποπτα
σε πάρκο ή ερημιά,
μη με παρεξηγήσετε
μην πείτε μέσα σας
«το ταγκαλάκι!»
Ντίνος Χριστιανόπουλος, «Οι δράκοι»
Ω τρυφεροί εραστές, που αμέριμνοι οδεύετε
έξω απ’ τα προάστια, σ’ αισθηματικές ερημιές,
όπου η νύχτα συνάζει με στοργή τα ζευγαράκια της,
μακριά από τα μάτια των κακών ανθρώπων·
ω τρυφεροί εραστές, που ανύποπτοι γέρνετε
στις απαλές περιπτύξεις της αγαπημένης
έξω απ’ τα προάστια, σ’ αισθηματικές ερημιές,
όπου η νύχτα συνάζει με στοργή τα ζευγαράκια της,
μακριά από τα μάτια των κακών ανθρώπων·
ω τρυφεροί εραστές, που ανύποπτοι γέρνετε
στις απαλές περιπτύξεις της αγαπημένης
Ντίνος Χριστιανόπουλος, «Ό,τι κορόϊδευα»
Δεν έχω πια δικαίωμα να κλαίγομαι
τώρα που χόρτασα κι εγώ ψωμί κι αγάπη.
Οι στερημένοι δεν είναι πια αδέλφια μου,
οι πεινασμένοι δε μ’ έχουν για δικό τους,
κι ούτε με ξελασπώνει που ταράζομαι
σαν τύχει κι αντικρίσω τη ματιά τους.
τώρα που χόρτασα κι εγώ ψωμί κι αγάπη.
Οι στερημένοι δεν είναι πια αδέλφια μου,
οι πεινασμένοι δε μ’ έχουν για δικό τους,
κι ούτε με ξελασπώνει που ταράζομαι
σαν τύχει κι αντικρίσω τη ματιά τους.
Ντίνος Χριστιανόπουλος, «Μην περιμένεις»
Μην περιμένεις να σ’ τα φέρει όλα η νύχτα,
δεν είναι αβανταδόρος σου η νύχτα.
Τρέξε κι εσύ λιγάκι, μάθε κατατόπια,
σημάδεψε περάσματα και ώρες,
περπάτησε σε γειτονιές σταμπαρισμένες.
Μην περιμένεις να σ’ τα φέρει όλα η νύχτα.
Δεν είσαι πια παιδί, να σε ταΐζουν άλλοι.
δεν είναι αβανταδόρος σου η νύχτα.
Τρέξε κι εσύ λιγάκι, μάθε κατατόπια,
σημάδεψε περάσματα και ώρες,
περπάτησε σε γειτονιές σταμπαρισμένες.
Μην περιμένεις να σ’ τα φέρει όλα η νύχτα.
Δεν είσαι πια παιδί, να σε ταΐζουν άλλοι.
Ντίνος Χριστιανόπουλος, «Η νύχτα το ‘χει απόψε»
Η νύχτα το ‘χει απόψε να εκμαυλίζει
μπερδεύοντας τα βήματα στη μουσική της.
-Τρέξε κι απόψε, τρέξε απελπισμένα,
πάρε τους δρόμους που οδηγούνε στην ψευδαίσθηση
(κι οι άλλοι ας δημιουργήθηκαν,
ας παντρευτήκαν, ας έκαναν παιδιά,
ας αποχτήσαν σπίτι κι αυτοκίνητο,
μπερδεύοντας τα βήματα στη μουσική της.
-Τρέξε κι απόψε, τρέξε απελπισμένα,
πάρε τους δρόμους που οδηγούνε στην ψευδαίσθηση
(κι οι άλλοι ας δημιουργήθηκαν,
ας παντρευτήκαν, ας έκαναν παιδιά,
ας αποχτήσαν σπίτι κι αυτοκίνητο,
Ντίνος Χριστιανόπουλος, «Από κορμί σε κορμί»
Είπα να υποχωρήσω σ’ ένα χαμόγελο,
να δω πού φέρνουν δυο χείλη όταν ανοίγουν σαν αγκαλιά,
κι από υποχώρηση σε υποχώρηση
κι από χαμόγελο σε χαμόγελο κι από κορμί σε κορμί
έφτασα εδώ που ο θάνατος γίνεται ένα με το αίμα σου,
παίρνει την όψη σου, σε κουκουλώνει, σε συντρίβει,
σε κάνει πιο ελεεινό, σε φέρνει στο αμήν –
να δω πού φέρνουν δυο χείλη όταν ανοίγουν σαν αγκαλιά,
κι από υποχώρηση σε υποχώρηση
κι από χαμόγελο σε χαμόγελο κι από κορμί σε κορμί
έφτασα εδώ που ο θάνατος γίνεται ένα με το αίμα σου,
παίρνει την όψη σου, σε κουκουλώνει, σε συντρίβει,
σε κάνει πιο ελεεινό, σε φέρνει στο αμήν –
Ντίνος Χριστιανόπουλος, «Ξένα γόνατα» (1954)
«Ξένα γόνατα» (η 2η ποιητική συλλογή): Αναστολή — Απολογισμός της μοναξιάς — Βρόχος — Διάλειμμα — Δίχως εξουθένωση — Επικίνδυνη μοναξιά — Επίλογος — Μυστικός δείπνος — Νυχτερινή ηδυπάθεια — Όλο και πιο πολύ — Όραμα γλυκό — Ρήμαγμα — Τα τρυφερά κατώφλια — Το έγκλημα της μοναξιάς — Το ξεγύμνωμα — Το ταβερνάκι — Τύψεις — Χαμηλοφώνως.
Απόψεις..
Ντίνος Χριστιανόπουλος, «Το ταβερνάκι»
Σ’ αυτό το καπνισμένο ταβερνάκι
που με το σούρουπο μαζεύονται οι ναύτες
και διασκεδάζουν οι παρέες της ξενοιασιάς,
γλίστρησα ένα βράδυ λαχταρίζοντας
μήπως σε βρω μες στους καπνούς και τα τραγούδια.
Μα ήταν γυμνό δίχως εσέ το ταβερνάκι,
που με το σούρουπο μαζεύονται οι ναύτες
και διασκεδάζουν οι παρέες της ξενοιασιάς,
γλίστρησα ένα βράδυ λαχταρίζοντας
μήπως σε βρω μες στους καπνούς και τα τραγούδια.
Μα ήταν γυμνό δίχως εσέ το ταβερνάκι,
Ντίνος Χριστιανόπουλος, «Μυστικός δείπνος»
Άλλο δεν επιθύμησα – μονάχα
τα κουρασμένα πόδια σου να πλύνω.
Να ’ναι η κάμαρα ζεστή, κι απ’ τις κουρτίνες
να πέφτει η αντηλιά του δειλινού.
Ευλαβικά τις αρβύλες θα σου βγάλω,
τις λασπωμένες, και ζεστό νερό θα φέρω
μες σε βαθιά λεκάνη, και θα σκύψω
τα κουρασμένα πόδια σου να πλύνω.
Να ’ναι η κάμαρα ζεστή, κι απ’ τις κουρτίνες
να πέφτει η αντηλιά του δειλινού.
Ευλαβικά τις αρβύλες θα σου βγάλω,
τις λασπωμένες, και ζεστό νερό θα φέρω
μες σε βαθιά λεκάνη, και θα σκύψω
Ντίνος Χριστιανόπουλος, «Όλο και πιο πολύ»
Στους ανεπαίσθητους ψιθύρους της εσπέρας,
στα μυστικά καλέσματα της νύχτας,
ψυχή μου, άρχισες κι εσύ να ξεθαρρεύεις
όλο και πιο πολύ• κι άρχισες να ʽχεις
πιο εύκολα τα μάτια και τα λόγια,
πιο βιαστικά τα χρήματα του πάθους,
όλο και πιο λιγότερους τους δισταγμούς,
στα μυστικά καλέσματα της νύχτας,
ψυχή μου, άρχισες κι εσύ να ξεθαρρεύεις
όλο και πιο πολύ• κι άρχισες να ʽχεις
πιο εύκολα τα μάτια και τα λόγια,
πιο βιαστικά τα χρήματα του πάθους,
όλο και πιο λιγότερους τους δισταγμούς,
Ντίνος Χριστιανόπουλος, «Δίχως εξουθένωση»
Το απόγευμα τραβήξαμε κατά το εκκλησάκι
και μου ’παιξε ακορντεόν. Ήταν ωραία,
και το λιβάδι ήσυχο, μες στη λιακάδα.
Το πρόσωπό του είχε αγλαϊστεί
από τον ήλιο και τη μουσική,
και φάνταζε τόσο αγνό, που ντράπηκα
γιατί είχα ακόμα φαντασία κι αισθήσεις.
και μου ’παιξε ακορντεόν. Ήταν ωραία,
και το λιβάδι ήσυχο, μες στη λιακάδα.
Το πρόσωπό του είχε αγλαϊστεί
από τον ήλιο και τη μουσική,
και φάνταζε τόσο αγνό, που ντράπηκα
γιατί είχα ακόμα φαντασία κι αισθήσεις.
Ντίνος Χριστιανόπουλος, «Επίλογος»
Ξένοι αυχένες τώρα αντί για τον δικό σου,
ξένα λαγόνια, ξένα γόνατα, όλα ξένα,
τίποτα πια δεν θα μου μείνει απʼ τη φωνή σου,
ως και τα μάτια σου θα σβήσουν σʼ άλλα μάτια.
Και πια, μέσα στην τόση αλλοφροσύνη,
ψυχή μου, που θα βρεις τη δύναμη
ξένα λαγόνια, ξένα γόνατα, όλα ξένα,
τίποτα πια δεν θα μου μείνει απʼ τη φωνή σου,
ως και τα μάτια σου θα σβήσουν σʼ άλλα μάτια.
Και πια, μέσα στην τόση αλλοφροσύνη,
ψυχή μου, που θα βρεις τη δύναμη
για να μπορείς ακόμη να ελπίζεις
Ντίνος Χριστιανόπουλος, «Χαμηλοφώνως»
Μες στην απελπισμένη έξαψή μου
μην είσαι τόσο αδυσώπητος μαζί μου.
Δείξε μου αγάπη, έστω και από συμπόνια,
όταν τα χείλη δεν μπορούν να ειρωνευτούνε,
όταν τα χέρια δεν βαστιούνται άλλο πια.
μην είσαι τόσο αδυσώπητος μαζί μου.
Δείξε μου αγάπη, έστω και από συμπόνια,
όταν τα χείλη δεν μπορούν να ειρωνευτούνε,
όταν τα χέρια δεν βαστιούνται άλλο πια.
Ντίνος Χριστιανόπουλος, «Διάλειμμα»
Τις νύχτες μες στο βρόμικο λιμάνι
σβήνει απ’ τ’ αυτιά μου η προδομένη μουσική.
Μα το απομεσήμερο, όταν σχολούνε τα παιδιά,
στήνω καρτέρι για τα πιο ωραία μάτια,
και τότε σβήνουν οι σκληρές φωνές εντός μου,
ξεχνώ τα ξένα γόνατα και τους αυχένες,
σβήνει απ’ τ’ αυτιά μου η προδομένη μουσική.
Μα το απομεσήμερο, όταν σχολούνε τα παιδιά,
στήνω καρτέρι για τα πιο ωραία μάτια,
και τότε σβήνουν οι σκληρές φωνές εντός μου,
ξεχνώ τα ξένα γόνατα και τους αυχένες,
Ντίνος Χριστιανόπουλος, «Χριστούγεννα»
Φυσούσε ένας διαβολεμένος βαρδάρης.
Καταφύγαμε σε ένα αχούρι.
Βολευτήκαμε όπως όπως στα άχερα και τους ψύλλους.
Ένιωθα σα να ήμασταν στη φάτνη της Βηθλεέμ.
Μόνο που αντί για ουράνιες μελωδίες
ένας μπανιστιρτζής μάς έκοψε πάνω στη γλύκα.
Καταφύγαμε σε ένα αχούρι.
Βολευτήκαμε όπως όπως στα άχερα και τους ψύλλους.
Ένιωθα σα να ήμασταν στη φάτνη της Βηθλεέμ.
Μόνο που αντί για ουράνιες μελωδίες
ένας μπανιστιρτζής μάς έκοψε πάνω στη γλύκα.
Ντίνος Χριστιανόπουλος, «Τόση λατρεία, τόση τρυφερότητα»
«Δυο μήνες του πουλούσα έρωτα,
του ’φαγα κάμποσα λεφτά».
Τυχαία τ’ άκουσα σ’ ένα λεωφορείο
και σφίχτηκε η καρδιά μου.
Για ποιον να το έλεγαν άραγε;
Αύριο θα το πουν και για μένα.
Τόση λατρεία, τόση τρυφερότητα,
του ’φαγα κάμποσα λεφτά».
Τυχαία τ’ άκουσα σ’ ένα λεωφορείο
και σφίχτηκε η καρδιά μου.
Για ποιον να το έλεγαν άραγε;
Αύριο θα το πουν και για μένα.
Τόση λατρεία, τόση τρυφερότητα,
Ντίνος Χριστιανόπουλος, «Το φακελάκι»
Μια Κυριακή που ταχτοποιούσα τα χαρτιά μου,
βρήκα το φακελάκι με τις κατάξανθες τρίχες σου,
που μία μία τις μάζευα τότε που πέφταν τα μαλλιά σου.
Σε θυμούμαι εκείνη την εποχή. Διαβάζαμε μαζί στο αναγνωστήριο.
Είχες πολύ λιγοψυχήσει και το ’ριξες στα γιατροσόφια,
μα η φαλάκρα εξακολουθούσε να μεγαλώνει
κι εγώ, δώσ’ του και να συλλέγω τη μαδημένη σου ομορφιά.
βρήκα το φακελάκι με τις κατάξανθες τρίχες σου,
που μία μία τις μάζευα τότε που πέφταν τα μαλλιά σου.
Σε θυμούμαι εκείνη την εποχή. Διαβάζαμε μαζί στο αναγνωστήριο.
Είχες πολύ λιγοψυχήσει και το ’ριξες στα γιατροσόφια,
μα η φαλάκρα εξακολουθούσε να μεγαλώνει
κι εγώ, δώσ’ του και να συλλέγω τη μαδημένη σου ομορφιά.
Ντίνος Χριστιανόπουλος, «Στο τυπογραφείο»
Μου έδειξαν τα μηχανήματά τους,
το νέο πιεστήριό τους Heidelberg,
τον τρόπο λειτουργίας, τις βαλβίδες.
«Τις δυο λινοτυπίες, αν μπορέσουμε,
θα τις πουλήσουμε, να φέρουμε μονοτυπία.»
Ξέχασαν μόνο να μου δείξουν τους εργάτες,
το νέο πιεστήριό τους Heidelberg,
τον τρόπο λειτουργίας, τις βαλβίδες.
«Τις δυο λινοτυπίες, αν μπορέσουμε,
θα τις πουλήσουμε, να φέρουμε μονοτυπία.»
Ξέχασαν μόνο να μου δείξουν τους εργάτες,
Ντίνος Χριστιανόπουλος, «Τετάρτη και Σάββατο»
Τετάρτη και Σάββατο
σε νοσταλγώ περισσότερο.
Έγινε κιόλας χρόνος που απολύθηκες,
σε ξανακέρδισε το χωριό,
παντρεύτηκες, κόψαμε αλληλογραφία,
ξέχασα και το επίθετό σου.
σε νοσταλγώ περισσότερο.
Έγινε κιόλας χρόνος που απολύθηκες,
σε ξανακέρδισε το χωριό,
παντρεύτηκες, κόψαμε αλληλογραφία,
ξέχασα και το επίθετό σου.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
Αντώνης Σαμαράκης (1919-2003)
«Το άγγελμα της ημέρας»
Μην πεις ποτέ σου: «Είναι αργά!» κι αν χαμηλά έχεις πέσει. κι αν λύπη τώρα σε τρυγά κι έχεις βαθιά πονέσει.
Κι αν όλα μοιάζουν σκοτεινά κι έρημος έχεις μείνει. μην πεις ποτέ σου: «Είναι αργά!» -τ' ακούς;- ό,τι κι αν γίνει
Ο Μικρός Πρίγκιπας: «Αντίο», είπε η αλεπού. «Να το μυστικό μου. Είναι πολύ απλό: Μόνο με την καρδιά βλέπεις αληθινά. Την ουσία δεν τη βλέπουν τα μάτια»
𝓜πάμπης 𝓚υριακίδης




(1).jpg)
.png)
