μιας σκέψης που αντιφάσκει,
υπακούω.
Με τη γλώσσα πότε εχθρό και πότε σύμμαχο.
Πάντα όμως με το τίμημα ανυπεράσπιστο.
Τι κι αν ο ρόλος που υποδύομαι
κάνει λαμπερή τη συνήθεια;
Τα προσωπεία
Θά πενθώ πάντα -- μ’ακούς; -- γιά σένα, μόνος, στόν Παράδεισο Ι Θά γυρίσει αλλού τίς χαρακιές Τής παλάμης, η Μοίρα, σάν κλειδούχο...
Ανέγερση νέων υπερπολυτελών αισθημάτων
Η θέα σας διακόπτεται προσωρινά
Επιγραφή ευμεγέθους σημασίας
ανθεκτική στις εσωτερικές συνθήκες
κόσμησε τα απέναντι κενά
στα όρια μιας αχανούς ερήμου
Εγώ κοιμόμουν του καλού της λήθης
μα αγρυπνούσανε τα όνειρα
απείθαρχα
κι έφτιαχναν μονοπάτια να διαβώ
να ιστορήσω
Κρυφά ακόμα κι απ’ τον ύπνο μου
Το βουνό μου τεράστιο
Υψωμένο από λήθη κι ανθρώπους
Δυσπρόσιτο, δύστροπο
Οι κορφές του αγγίζουν τα σύννεφα
Χαραυγές μαγικές καρτερούν την ανάβαση
Ο Μικρός Πρίγκιπας: «Αντίο», είπε η αλεπού. «Να το μυστικό μου. Είναι πολύ απλό: Μόνο με την καρδιά βλέπεις αληθινά. Την ουσία δεν τη βλέπουν τα μάτια»