δεν φεύγουν στις φωλιές τους.
Πετούν απ’ τις σπηλιές των βράχων
κι ανυψώνονται.
Χιμούν πάνω στα μαύρα
σύννεφα
και τα διαπερνούν.
Θά πενθώ πάντα -- μ’ακούς; -- γιά σένα, μόνος, στόν Παράδεισο Ι Θά γυρίσει αλλού τίς χαρακιές Τής παλάμης, η Μοίρα, σάν κλειδούχο...
Φυλάξου από τους γραμματικούς
που στη ζωή
δεν έγραψαν ποτέ τους ένα στίχο·
από τους μαρκήσιους της μικρόνοιας,
από τους θεωρούς της διχόνοιας,
από τους διατρέχοντες για το συμφέρον τα πέρατα,
από τους ποιούντες σημεία και τέρατα.
Τώρα…
Ανοιχτός πλέον σ’ όλα τα ενδεχόμενα
επινοώ γυμνάσματα δεξιοτεχνίας.
Με σιωπές ανέντιμες και γρίφους απαντώ.
Λησμονώντας το παρελθόν,
τυφλός μπροστά στο μέλλον
επανακαθορίζομαι.
Η ζωή μου
αθέατη πορεία
μέσα σε επικράτειες μεταβλητές
μέσα σε πλάνες αναγνωρίσεις.
Ο Μικρός Πρίγκιπας: «Αντίο», είπε η αλεπού. «Να το μυστικό μου. Είναι πολύ απλό: Μόνο με την καρδιά βλέπεις αληθινά. Την ουσία δεν τη βλέπουν τα μάτια»