Μου έλειψα σήμερα
Να είμαι εγώ αυθυποβλήθηκα
Μάζωξα σε μια ύστατη αγκαλιά φωτογραφίες
Κατέβηκα στον κήπο και τις έθαψα
Και αυτές με τις πρώτες πόζες φύτρωσαν
Φύτρωσαν αναμνήσεις
Θά πενθώ πάντα -- μ’ακούς; -- γιά σένα, μόνος, στόν Παράδεισο Ι Θά γυρίσει αλλού τίς χαρακιές Τής παλάμης, η Μοίρα, σάν κλειδούχο...
ανάπηρος αυτός που δεν τον αγγίζουν
τον τελευταίο καιρό κοιμάμαι
για να νιώθω το ρίγος
των δαχτύλων σου στα μαλλιά
στους μηρούς
που άνοιξαν τόσο πολύ
για να σε φτάσουν
Οι αριθμοί είναι σιχαμένοι
θα έπρεπε να το ξέρουμε αυτό
όταν μοιράζουμε πέντε μήλα σε έξι παιδιά
και το μήλο δεν είναι ψάρι
να βγάλω απ’ τον κουβά χιλιάδες
τι μας κρατάς εδώ μέσα δάσκαλε
Φυσάει...
τεντώνω τα αυτιά μου να ακούσω τα κλειδιά
αέρας κρύος
τρομάζει τις χαραμάδες από τα παραθυρόφυλλα
ψελλίζει έναν ήχο ζεστό
που γλυκά τρομάζει τη νύχτα
είναι που δεν σε αισθάνομαι
Πιστέψαμε ο ένας στον άλλο
Φυτέψαμε τα πόδια μας στην αυλή
και περιμέναμε να δούμε
ποιος
ποιος
ποιος θα κρατηθεί
Τους φίλους με τα ματωμένα γόνατα
τους έντυσαν με τα μακό.
Tους έμαθαν να κρύβονται.
-μόνο να κρύβονται-
Τους φίλους από μανταρίνι και χώμα
δεν τους έψαξε κανείς.
Περιμένω να γυρίσεις σπίτι, να βγάλεις τα ρούχα
-Θεέ μου πως περιμένω να βγάλεις τα ρούχα-
τα πόδια σου αγαπώ
τις κνήμες
ό,τι σε πάει και σ΄ επιστρέφει
Μην κλαις γι' αυτά που πέρασες
αλλά γι' αυτά που δεν σε βρήκαν
αυτά που γεύση δεν πήρανε γλυκιά ή πικρή
τα χείλη σου να βρέξουν
την ψυχή να σιροπιάσουν
Δὲν ζήλευα ποτὲ τὶς κοῦκλες μου
Τὰ μάτια τους, ἄλλωστε, δὲν ἔβγαιναν
οὔτε μὲ πιρούνι, οὔτε μὲ προσευχές
Καὶ ἂν εἶχαν μασουλημένα χέρια
ἦταν γιατὶ μὲ προκαλοῦσαν
Ἀρτιμελεῖς καὶ Χαμογελαστές
Ο Μικρός Πρίγκιπας: «Αντίο», είπε η αλεπού. «Να το μυστικό μου. Είναι πολύ απλό: Μόνο με την καρδιά βλέπεις αληθινά. Την ουσία δεν τη βλέπουν τα μάτια»