Ι
Τον άνθρωπο…
Τον άνθρωπο…
Ποιος θα τον ανακαλύψει;
ΙΙ
Μοίρασα σα ψωμί την καρδιά μου
Και δε μούμεινε ούτε ένα ψίχουλο.
Τον άνθρωπο…
Τον άνθρωπο…
Ποιος θα τον ανακαλύψει;
ΙΙ
Μοίρασα σα ψωμί την καρδιά μου
Και δε μούμεινε ούτε ένα ψίχουλο.
Θά πενθώ πάντα -- μ’ακούς; -- γιά σένα, μόνος, στόν Παράδεισο Ι Θά γυρίσει αλλού τίς χαρακιές Τής παλάμης, η Μοίρα, σάν κλειδούχο...
Θα ρίξω τα μαλλιά μου πίσω
θα φορέσω το πρόσωπο ανάποδα
και θα βγω στους δρόμους και στις πλατέες
με ντουφέκια, φωνές, με συνθήματα…
Να ρεζιλέψω τους οπαδούς του συρματοπλέγματος…
Να βάλω φωτιά στην Πρεσβεία του Θανάτου…
Ο Μικρός Πρίγκιπας: «Αντίο», είπε η αλεπού. «Να το μυστικό μου. Είναι πολύ απλό: Μόνο με την καρδιά βλέπεις αληθινά. Την ουσία δεν τη βλέπουν τα μάτια»