Σκοτεινή και πλήρης αριθμών
Μια αίθουσα που λογίζεται ιερή
Ανάβει τα κεριά των ψυχών της
Λύπες που ξεχάστηκαν μ’ όνομα μικρό
Εξιλαστήρια επίθετα – των άλλων θύματα-πάντα
Και μάτια, μάτια που μόλις σαν ν’ άνοιξαν απορούν
Θά πενθώ πάντα -- μ’ακούς; -- γιά σένα, μόνος, στόν Παράδεισο Ι Θά γυρίσει αλλού τίς χαρακιές Τής παλάμης, η Μοίρα, σάν κλειδούχο...
Ὁ σάκκος μὲ τὰ αἰνίγματα ἄδειασε μὰ βαραίνει, ἀκόμη.
Ὅσο πιὸ γρήγορα κι ἂν τρέχουμε πάντα θὰ φτάνει ὁρατὸ σὲ μᾶς τὸ παρελθὸν τῶν πραγμάτων. Μέσα στὶς διαφορετικὲς πυκνότητες τοῦ κενοῦ τὸ φῶς ταξιδεύει, μετράει τὸν χρόνο, μᾶς βάζει ν᾿ ἀνταλλάσσουμε ἀκαριαῖες εἰκόνες τῆς ἱστορίας μας.
Μιὰ ἀτελεύτητη διαδοχὴ ἀποσπασμένων εἰδώλων ποὺ ἐμφανίζουν τὶς ὄψεις τους σταματημένες λές - γιὰ μιὰν ἀπειροελάχιστη στιγμή - στὴν ἔκφραση ποὺ τοὺς ἔδωσε ὁ ἄγνωστος περιβάλλων τους ἦχος.
Ο Μικρός Πρίγκιπας: «Αντίο», είπε η αλεπού. «Να το μυστικό μου. Είναι πολύ απλό: Μόνο με την καρδιά βλέπεις αληθινά. Την ουσία δεν τη βλέπουν τα μάτια»