Ένα απόγευμα περνώντας απ΄την οδό Μπάριγκτον, είδα στην προθήκη ενός παλαιοπωλείου μια μικρή κασετίνα, που τράβηξε αμέσως την προσοχή μου. Η κασετίνα αυτή, από σκαλισμένο έβενο, στολισμένη στις γωνίες με χρυσά κοσμήματα, ήταν πραγματικό αριστούργημα, έργο λεπτής και υπομονετικής δουλειάς, για την οποία μονάχα οι παλαιοί τεχνίτες ήταν ικανοί. Αν και την εποχή εκείνη δεν βρισκόμουν σε καλή οικονομική κατάσταση, δεν μπόρεσα ν' αντισταθώ στον πειρασμό να μπω στο παλαιοπωλείο, για να ρωτήσω την τιμή του κομψοτεχνήματος αυτού. Το ποσό ευτυχώς που μου ζήτησε ο καταστηματάρχης για την κασετίνα ήταν τόσο ασήμαντο, ώστε
☆ 723 Ποιητές - 8.176 Ποιήματα ☆
Επιλογή της εβδομάδας..
Οδυσσέας Ελύτης, «Το Μονόγραμμα»
Θά πενθώ πάντα -- μ’ακούς; -- γιά σένα, μόνος, στόν Παράδεισο Ι Θά γυρίσει αλλού τίς χαρακιές Τής παλάμης, η Μοίρα, σάν κλειδούχο...
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Έντγκαρ Άλαν Πόε. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Έντγκαρ Άλαν Πόε. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Έντγκαρ Άλαν Πόε (Edgar Allan Poe), «Στην Ιάνθη Στον Παράδεισο»
Ήτανε όλα τούτα, αχ! η αγάπη μου,
που κάμαν ένα δέντρο τη ψυχή μου,
νησάκι πράσινο στη θάλασσα, η αγάπη μου,
με το ιερό και μια πηγούλα, Ιάνθη,
κι άνθη τριγύρω εμυρώναν τη πηγή μου
κι ήταν ολόδικά μου όλα τ' άνθη.
που κάμαν ένα δέντρο τη ψυχή μου,
νησάκι πράσινο στη θάλασσα, η αγάπη μου,
με το ιερό και μια πηγούλα, Ιάνθη,
κι άνθη τριγύρω εμυρώναν τη πηγή μου
κι ήταν ολόδικά μου όλα τ' άνθη.
Έντγκαρ Άλαν Πόε (Edgar Allan Poe), «Καμπάνες»
I
Άκου τα έλκηθρα με τις καμπάνες απ' ασήμι,
μας διαλαλούν μες στη ψυχρή τούτη νυχτιά,
χαρμόσυνο ένα κόσμο -τίνκ'λ τίνκ'λ- τρυφερά.
Και τ' άστρα, στου ουρανού το φόντο σκορπισμένα,
φεγγοβολάνε, λαμπυρίζουνε κι αυτά ευτυχισμένα,
και πάλλουν ακλουθώντας το ρυθμό ξοπίσω,
σ' αυτό το ρουνικό ρυθμό, κρατάν το ίσο,
-τίνκ'λ, τίνκ'λ- πα' στις καμπάνες απ' ασήμι,
Άκου τα έλκηθρα με τις καμπάνες απ' ασήμι,
μας διαλαλούν μες στη ψυχρή τούτη νυχτιά,
χαρμόσυνο ένα κόσμο -τίνκ'λ τίνκ'λ- τρυφερά.
Και τ' άστρα, στου ουρανού το φόντο σκορπισμένα,
φεγγοβολάνε, λαμπυρίζουνε κι αυτά ευτυχισμένα,
και πάλλουν ακλουθώντας το ρυθμό ξοπίσω,
σ' αυτό το ρουνικό ρυθμό, κρατάν το ίσο,
-τίνκ'λ, τίνκ'λ- πα' στις καμπάνες απ' ασήμι,
Έντγκαρ Άλαν Πόε (Edgar Allan Poe), «Σκουλήκι ο Κατακτητής»
Ιδού πρεμιέρα: γεγονός τρανό στην ερημιά των ημερών!
Φθάνουν οι άγγελοι: περοῦκες, ρούχα επίσημα, χρυσάφια...
Ολούθε καταφτάνουνε να δουν' το θάμα δακρυστοί,
μία παράσταση υψηλών φόβων μα και προσδοκιών,
κι η ορχήστρα λαχανιάζοντας παίζει τη μουσική βραχνή,-
πα στο σκοπό των ουρανίων σφαιρών.
Φθάνουν οι άγγελοι: περοῦκες, ρούχα επίσημα, χρυσάφια...
Ολούθε καταφτάνουνε να δουν' το θάμα δακρυστοί,
μία παράσταση υψηλών φόβων μα και προσδοκιών,
κι η ορχήστρα λαχανιάζοντας παίζει τη μουσική βραχνή,-
πα στο σκοπό των ουρανίων σφαιρών.
Έντγκαρ Άλαν Πόε (Edgar Allan Poe), «Ιστορίες αλλόκοτες»
ΙΣΤΟΡΙΕΣ
1η Το σύστημα του δόκτορος Γκουντρόν και του καθηγητού Πλουμ 2η Το
πηγάδι και το εκκρεμές 3η Η συνάντησις 4η Λίγεια 5η Ο δαίμων
της διαφθοράς 6η Χοπ-Φρωγκ 7η Η κατήγορος καρδία 8η Ζωντανός στον
τάφο
Το σύστημα του δόκτορος Γκουντρόν και του καθηγητού Πλουμ
Έντγκαρ Άλαν Πόε (Edgar Allan Poe), «Η Ανήσυχη Κοιλάδα»
Μας χαμογέλασε μια σιωπηλή κοιλάδα
όπου ανθρώποι πια δεν κατοικούσαν.
Είχανε πάει, βλέπεις, στους πολέμους,
μπιστεύοντας στα μπιρμπιλόματα άστρα,
νύχτα απ' τους αιθέριους πύργους τους,
Στεφάν Μαλλαρμέ (Stéphane Mallarmé), «Ο τάφος του Έντγκαρ Πόε»
Τέτοιο ως να ναι ο ίδιος πια ας του αλλαζ’ η αιωνιότης ντύμα ,
Μ’ ένα μαχαίρι ξεσηκώνει ο ποιητής γυμνό
Την ξαφνιασμένη του εποχή που δεν ήταν γνωστό
Πως θριάμβευεν ο θάνατος στο έμφωνο τούτο κλίμα !
Μ’ ένα μαχαίρι ξεσηκώνει ο ποιητής γυμνό
Την ξαφνιασμένη του εποχή που δεν ήταν γνωστό
Πως θριάμβευεν ο θάνατος στο έμφωνο τούτο κλίμα !
Έντγκαρ Άλαν Πόε (Edgar Allan Poe), «Ονείρου Τόπος»
Μες από στράτα απόμονη κι απόσκια,
κι από κακούς μονάχα αγγέλους στοιχειωμένη,
όπου ένα Είδωλο που το ονομάζουν νύχτα,
στητό σε μαύρο θρόνο βασιλεύει,
κι από κακούς μονάχα αγγέλους στοιχειωμένη,
όπου ένα Είδωλο που το ονομάζουν νύχτα,
στητό σε μαύρο θρόνο βασιλεύει,
Έντγκαρ Άλαν Πόε (Edgar Allan Poe), «Κοιμωμένη»
Κάποια μεσάνυχτα του μήνα Αλωνάρη
στάθηκα κάτω από 'να μυστικό φεγγάρι.
Απ' το χρυσό χειλάκι της άχνιζεν απαλός
και δροσερός του οπίου ο καπνός
στάθηκα κάτω από 'να μυστικό φεγγάρι.
Απ' το χρυσό χειλάκι της άχνιζεν απαλός
και δροσερός του οπίου ο καπνός
Έντγκαρ Άλαν Πόε (Edgar Allan Poe), «Νεραϊδοχώρα»
Θολές πεδιάδες, γκρίζες, μουλιασμένες
δάση νεφελωμένα από τη πάχνη,
και που το σχήμα τους να δούμε δε μπορούμε,
γιατί θολώσανε σταγόνες τη ματιά μας
δάση νεφελωμένα από τη πάχνη,
και που το σχήμα τους να δούμε δε μπορούμε,
γιατί θολώσανε σταγόνες τη ματιά μας
Έντγκαρ Άλαν Πόε (Edgar Allan Poe), «Η λίμνη»
Στην άνοιξη της νιότης μου ήτανε γραμμένο
Από του κόσμου όλα τα μέρη σ’ ένα να πηγαίνω
Που όλο και περισσότερο αγαπούσα –
Τόσο τη μοναξιά ποθούσα
Από του κόσμου όλα τα μέρη σ’ ένα να πηγαίνω
Που όλο και περισσότερο αγαπούσα –
Τόσο τη μοναξιά ποθούσα
Έντγκαρ Άλαν Πόε (Edgar Allan Poe), «Σερενάτα»
Έτσι ώρα γλυκειά μ' ήρεμο τον καιρό,
νιώθω πως είναι έγκλημα φριχτό,
όταν κοιμάτ' η Φύση, τ' αστέρια σιωπηλά,
να σπάσω έστω με φλάουτο, αυτή τη σιγαλιά.
νιώθω πως είναι έγκλημα φριχτό,
όταν κοιμάτ' η Φύση, τ' αστέρια σιωπηλά,
να σπάσω έστω με φλάουτο, αυτή τη σιγαλιά.
Έντγκαρ Άλαν Πόε (Edgar Allan Poe), «Η Χώρα Των Ονείρων»
Σε ρότα βάδιζα θαμπή, μοναχική,
π' άρρωστοι αγγέλοι τη στοιχειώνουν μόνο,
π' αυτό το Είδωλο, που ΝΥΧΤΑ λένε, εκεί,
σε μαύρο, καθισμένο βασιλεύει, θρόνο,
π' άρρωστοι αγγέλοι τη στοιχειώνουν μόνο,
π' αυτό το Είδωλο, που ΝΥΧΤΑ λένε, εκεί,
σε μαύρο, καθισμένο βασιλεύει, θρόνο,
Έντγκαρ Άλαν Πόε (Edgar Allan Poe), «Άναμπελ Λη»
Χρόνια πολλά περάσαν από τότε,
σ' ένα βασίλειο δίπλα στο γιαλό,
που κάποια κόρη ζούσε, τ' όνομά της
'Αναμπελ Λη, θα το 'χετ' ακουστό.
σ' ένα βασίλειο δίπλα στο γιαλό,
που κάποια κόρη ζούσε, τ' όνομά της
'Αναμπελ Λη, θα το 'χετ' ακουστό.
Έντγκαρ Άλαν Πόε (Edgar Allan Poe), «Σε μια που πήγε στον παράδεισο»
Όλα για μένα ήσουν, αγάπη,
Όσα ή ψυχή μου είχε ποθήσει –
Χλοερό νησί στο κύμα, αγάπη,
Βωμός, δροσάτη βρύση,
Όσα ή ψυχή μου είχε ποθήσει –
Χλοερό νησί στο κύμα, αγάπη,
Βωμός, δροσάτη βρύση,
Έντγκαρ Άλαν Πόε (Edgar Allan Poe), «Το κυρίαρχο σκουλήκι»
Κοιτάξτε! Μια πανηγυρική παράσταση είναι,
Σε αυτά τα τελευταία έρημα χρόνια.
Ένα πλήθος αγγέλων φτερωτό, στολισμένο
Με πέπλα, και στα δάκρυα βουτημένο,
Σε αυτά τα τελευταία έρημα χρόνια.
Ένα πλήθος αγγέλων φτερωτό, στολισμένο
Με πέπλα, και στα δάκρυα βουτημένο,
Έντγκαρ Άλαν Πόε (Edgar Allan Poe), «Για την Άννι»
Δόξα σοι ο Θεός! η κρίση –
ο κίνδυνος επέρασε,
κι η καρδιοβόρα αρρώστια
έχει τελειώσει πια –
ο κίνδυνος επέρασε,
κι η καρδιοβόρα αρρώστια
έχει τελειώσει πια –
Έντγκαρ Άλαν Πόε (Edgar Allan Poe), «Σονέτο - Στην επιστήμη»
Επιστήμη! Γνήσια κόρη του Αρχαίου Χρόνου είσαι!
Με τα ερευνητικά σου μάτια όλα τ’ αλλοιώνεις – τέτοια είσαι!
Γιατί ορμάς έτσι πάνω στην καρδιά του ποιητή,
αρπακτικό, που τα φτερά σου είναι πραγματικότητα πεζή;
Με τα ερευνητικά σου μάτια όλα τ’ αλλοιώνεις – τέτοια είσαι!
Γιατί ορμάς έτσι πάνω στην καρδιά του ποιητή,
αρπακτικό, που τα φτερά σου είναι πραγματικότητα πεζή;
Έντγκαρ Άλαν Πόε (Edgar Allan Poe), «Μόνος»
Από την πρώτη μου στιγμή, εγώ δεν ήμουν σαν παιδί
Όπως οι άλλοι · δεν έβλεπα
Όπως οι άλλοι · δεν έβγαινα
Τα πάθη μου από πηγή συνηθισμένη.
Όπως οι άλλοι · δεν έβλεπα
Όπως οι άλλοι · δεν έβγαινα
Τα πάθη μου από πηγή συνηθισμένη.
Έντγκαρ Άλαν Πόε (Edgar Allan Poe), «Όνειρο μέσα σε όνειρο»
Δέξου ετούτο το φιλί στο μέτωπο σου!
Και τώρα που χωρίζουμε,
Άφησε με να σου πω-
Ότι οι μέρες μου εκύλησαν μέσα στ’όνειρο
Και τώρα που χωρίζουμε,
Άφησε με να σου πω-
Ότι οι μέρες μου εκύλησαν μέσα στ’όνειρο
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
Αντώνης Σαμαράκης (1919-2003)
«Το άγγελμα της ημέρας»
Μην πεις ποτέ σου: «Είναι αργά!» κι αν χαμηλά έχεις πέσει. κι αν λύπη τώρα σε τρυγά κι έχεις βαθιά πονέσει.
Κι αν όλα μοιάζουν σκοτεινά κι έρημος έχεις μείνει. μην πεις ποτέ σου: «Είναι αργά!» -τ' ακούς;- ό,τι κι αν γίνει
Ο Μικρός Πρίγκιπας: «Αντίο», είπε η αλεπού. «Να το μυστικό μου. Είναι πολύ απλό: Μόνο με την καρδιά βλέπεις αληθινά. Την ουσία δεν τη βλέπουν τα μάτια»
𝓜πάμπης 𝓚υριακίδης




(1).jpg)
.png)
