Mπόι δυο πήχες,
κόψη κακή,
γένια με τρίχες
εδώ κι εκεί.
Kούτελο θείο,
λίγο πλατύ,
κόψη κακή,
γένια με τρίχες
εδώ κι εκεί.
Kούτελο θείο,
λίγο πλατύ,
Θά πενθώ πάντα -- μ’ακούς; -- γιά σένα, μόνος, στόν Παράδεισο Ι Θά γυρίσει αλλού τίς χαρακιές Τής παλάμης, η Μοίρα, σάν κλειδούχο...
Πετάξετε, ονείρατα των ποιητών τρελλά,
απάνω 'στης φτερούγες σας σηκώσετε κι' εμένα,
και φέρετέ με 'γρήγορα 'ψηλά, πολύ ψηλά,
ως ότου να μη βλέπω γη και άνθρωπο κανένα.
Α'·
Μαύρη Νύκτα, φύγε . . . σε τρομάζω,
δεν μ' αρέσει διόλου το σκοτάδι,
πάντα ήλιο θέλω να κυττάζω,
πάντα 'μέρα νάναι, ποτέ βράδυ.
Ο Μικρός Πρίγκιπας: «Αντίο», είπε η αλεπού. «Να το μυστικό μου. Είναι πολύ απλό: Μόνο με την καρδιά βλέπεις αληθινά. Την ουσία δεν τη βλέπουν τα μάτια»