αεροπλάνου παροπλισμένου.
Ωκεανός ήταν η αγάπη μου για σένα.
Πώς να χαρτογραφήσω
μια υδάτινη έκταση αχανή;
Μήνες θα ξόδευα και χρόνια.
Έπειτα γύρισε ο καιρός κι επέστρεψα στη χώρα
Θά πενθώ πάντα -- μ’ακούς; -- γιά σένα, μόνος, στόν Παράδεισο Ι Θά γυρίσει αλλού τίς χαρακιές Τής παλάμης, η Μοίρα, σάν κλειδούχο...
Στους λόφους αστράφτει τις νύχτες
αγέρωχη , δρεπανηφόρος , σκωπτική
η θεά των πάλαι ποτέ
γενεών που ξεχάστηκαν
αφήνοντας τα ίχνη ταπεινά
εδώ κι εκεί να σκορπιστούν
Πηδάλιο μηχανῆς κοπέλα
φάσμα ὁδοῦ περαστικό
τό κράνος προστατεύει ἀπ’ τό κακό
ὅμως ἡ σέλα
στούς ἀναβάτες της ἐπιφυλάσσει
τῆς πτώσεως αἰφνίδιο συμβάν
Θαλάσσης μάτια, κόμη εβένου
νυχθημερόν στο φως. Τριζόνια
σαν κάνεις σεξ τους ήχους κρένουν.
Πυρφόρα, ολόφωτα λαμπιόνια
φέγγουν και βλέπουν οι εκλεκτοί σου
τα κάλλη σου και την αγκάλη.
Πλατεία Ἁγίου Μάρκου ξημερώματα
τουρίστες κάποιας ἠλικίας καί ὁ βόμβος
τή σκόνη του ἐπάνω μου ἀφήνει
ἀνάμεσά τους νομίζω πώς εἶδα
τή σύζυγο ἑνός φίλου διπλωμάτη
«Ναί, γνωριστήκαμε στό σπίτι τοῦ γιατροῦ.»
κυρία Leid ἤ κάπως ἔτσι , δέ θυμᾶμαι
Ο Μικρός Πρίγκιπας: «Αντίο», είπε η αλεπού. «Να το μυστικό μου. Είναι πολύ απλό: Μόνο με την καρδιά βλέπεις αληθινά. Την ουσία δεν τη βλέπουν τα μάτια»