Έχω πυρετό στα δάχτυλα
Έχω έναν Καντίνσκυ κρεμασμένο στη γλώσσα
Κι ένα ευλόγησον
Των γρηγορούντων
Όταν τελειώσουν όλα αυτά
Θά πενθώ πάντα -- μ’ακούς; -- γιά σένα, μόνος, στόν Παράδεισο Ι Θά γυρίσει αλλού τίς χαρακιές Τής παλάμης, η Μοίρα, σάν κλειδούχο...
Στη βαθιά νύχτα, εγώ με σκάφανδρο
μου αρκεί
−οι μικρές ιστορίες αρχίζουν με μια ανάσα
που κράτησε πολύ.
Στη μέση της κάμαρας εκεί ακριβώς που έσταζε ο ουρανός
χτυπώντας το χέρι στο γόνατο, είπε:
ε, λοιπόν ναι, Νταγκ, ποντάρω στο σπασμένο δόντι του θεού.
Και ξέρεις γιατί Νταγκ;
Γιατί σκάρτεψαν πολλά οχτώ για να γίνει
το πορτοκάλι οιωνός και τα μικρά μου μάτια μέλισσες.
Στα σκαμνάκια προσευχής η ισορροπία είναι εύθραυστη
Η στόφα τους είναι τριμμένη
Αποκαλύπτοντας έναν πνεύμονα από καρφιά
Δίπλα,το κρεβάτι θάλαμος προσεδαφίσεως
Μια δυστοπία αναγκαία
Ώστε το σώμα να εισπνεύσει την ανάπαυση
μια πόρτα που αναπνέει με ελβετικούς τρόπους
η ακολουθία των βλεφαρίδων σου
φιτίλια στα άχυρα των σπλάχνων
η άλλη γλώσσα της πυράκτωσης
είναι
το σώμα σου όταν κλειδώνεται
κι η αφιονιστική των υπονοούμενων
Α λογάκια από ζάχαρη
κι ευχαριστώ τα καλοκαίρια των φιλιών
γιατί είμαι ακτή γυναίκας
γεμάτη καθρέφτες.
Με τόλμη ο Θάνατος χρόνους χίλιους τριακόσιους με γιορτάζει μέχρι από σε να με ξανακερδίσει
Όρθια η νύχτα σε μαρτύρησε:
Χιλιόμετρα σκαλισμένος στην απομάκρυνση
και αδελφοποιητός χρόνου πρόσκρουσης.
Στην πλάτη σου στερεώθηκε κάποτε
ένας μηχανισμός πετάγματος.
Θα έσπασε..
Ο Μικρός Πρίγκιπας: «Αντίο», είπε η αλεπού. «Να το μυστικό μου. Είναι πολύ απλό: Μόνο με την καρδιά βλέπεις αληθινά. Την ουσία δεν τη βλέπουν τα μάτια»