Ω σούρουπο αλαφρό, γλιστράς αγάλι
μες στου αποδειλινού τη ρόδινη ώρα,
και πάνου απ’ το σκυμμένο μου κεφάλι
σαν καταχνιά σαλεύεις μαυροφόρα.
Μες στ' ανοιχτό μπρος μου βιβλίο, σα ζάλη
θολή, σιγαμολιέσαι ώρα την ώρα.
Την ύπαρξή μου ισκιάς, και στην αγκάλη
μες στου αποδειλινού τη ρόδινη ώρα,
και πάνου απ’ το σκυμμένο μου κεφάλι
σαν καταχνιά σαλεύεις μαυροφόρα.
Μες στ' ανοιχτό μπρος μου βιβλίο, σα ζάλη
θολή, σιγαμολιέσαι ώρα την ώρα.
Την ύπαρξή μου ισκιάς, και στην αγκάλη
της λησμονιάς μου, αργοτυλείς τή χώρα.




(1).jpg)
.png)
