χεράκια που ανέθρεψαν τις λέξεις;
Δίχως εσένα το
ταλέντο θα έμενε μισό.
Τι να σου πω
Θά πενθώ πάντα -- μ’ακούς; -- γιά σένα, μόνος, στόν Παράδεισο Ι Θά γυρίσει αλλού τίς χαρακιές Τής παλάμης, η Μοίρα, σάν κλειδούχο...
και τα μικρά τα κύματα σκοτώνουν
φορές φορές έχω δει να κολυμπούν
οι άνθρωποι μέσα τους
κι’ ύστερα,
αίμα στα βράχια
το τελευταίο μου χρώμα
το χάρισα στα πουλιά
ανταλλακτήριο
για να μου δώσουν άνεμο
μια πράσινη λίμνη
εισχώρησε στη γύμνια μας
χτισμένο ήταν κι ένα σπίτι
στις όχθες
μας κρατούσε ζωντανούς
σχεδόν άυλους
για αιώνες
ξύλινο σπίτι, παραμυθένιο
ο θαλάσσιος βράχος
εκείνο το αντικαθρέφτισμα
δεν άφησε κληρονομιά στο κύμα
μα το λείο παράθυρο
φανταστικά θωρεί
τις σιωπηλές καμπάνες
Σου 'κλεισα τα μάτια με το φθαρμένο μαντίλι
Το 'χα από παιδί στην τσέπη
Είχε το χρώμα του τριαντάφυλλου
Μύριζε γλυκιά μαστίχα
Πίσω στο κεφάλι σου το 'δεσα
Κι όπως το καστανό σου χρώμα ακούμπησε το ύφασμα
Θύμισες κορίτσι.
Ο Μικρός Πρίγκιπας: «Αντίο», είπε η αλεπού. «Να το μυστικό μου. Είναι πολύ απλό: Μόνο με την καρδιά βλέπεις αληθινά. Την ουσία δεν τη βλέπουν τα μάτια»