Ορφέας και Ευρυδίκη
είσαι μαζί
το όμμα που βλέπει
και το σώμα που χάνεται
Μόνος
δε θα κατέβαινες ποτέ
στα τρίσβαθα του Άδη
είσαι μαζί
το όμμα που βλέπει
και το σώμα που χάνεται
Μόνος
δε θα κατέβαινες ποτέ
στα τρίσβαθα του Άδη
Θά πενθώ πάντα -- μ’ακούς; -- γιά σένα, μόνος, στόν Παράδεισο Ι Θά γυρίσει αλλού τίς χαρακιές Τής παλάμης, η Μοίρα, σάν κλειδούχο...
Η Σελήνη έκρυψε το πρόσωπό της
Σκέπασε τον Ενδυμίωνα με μια λευκή δαντέλα
Την είχε υφάνει με όλη την υπομονή που δίνει η Νύχτα
Κι όμως δεν ήτανε αυτό το ποίημα που θέλησε να γράψει
Πάνω στο χαρτί έμοιαζε σώμα και ύλη
Είχε χάσει τη γοητεία του φευγαλέου
Να το έσβηνε με μια κίνηση
με μια αχτίδα από το δάνειο φως της
Ο Μικρός Πρίγκιπας: «Αντίο», είπε η αλεπού. «Να το μυστικό μου. Είναι πολύ απλό: Μόνο με την καρδιά βλέπεις αληθινά. Την ουσία δεν τη βλέπουν τα μάτια»