ήταν δύσκολα στο σπίτι
όταν περνούσε το τρένο
και προσπαθούσε να ισορροπήσει
στις πρόχειρες ράγες
που είχαμε στήσει στο πάτωμα
έκανε φασαρία δαιμονισμένη
εμείς το κοιτάζαμε νωχελικά απ’ τον καναπέ
Θά πενθώ πάντα -- μ’ακούς; -- γιά σένα, μόνος, στόν Παράδεισο Ι Θά γυρίσει αλλού τίς χαρακιές Τής παλάμης, η Μοίρα, σάν κλειδούχο...
έτσι που συρρικνώθηκα
να μην ενοχλώ
λέπτυναν τα χέρια μου
ούτε μολύβι να πιάσω
πέρασε χρόνος
έγινα λιγότερη
με δυο στιχάκια
τις προάλλες
φάνηκε ξέφωτο
έχει άσπρα και χιονίζει
κάθομαι δεξιά
να βλέπω
χρειάζομαι τα σύννεφα
με το πλατύ στέρνο
ακούμπησα κάποτε εκεί
αν λείψουν
μόνο με τη θάλασσα
δεν θα τα καταφέρω
ας πούμε για την απώλεια
και τον χρόνο
ή για την απώλεια του χρόνου
και πού τον διαθέτουμε
ας μιλήσουμε λογικά
ο νέος χρόνος
θα φέρει
στέρεα υλικά
αν διάλεγα λοιπόν
για μένα όνομα
θα ήταν καρολίνα
όχι το προϊόν
που όλοι ξέρουμε
μα κούκλα μελαχρινή
ούτε της μάνας λάθη
ούτε του πατέρα
καλή τους ώρα κύριε ψ
σαν άγγελος φτερούγισα
-λυπάμαι όσους μένουν άυπνοι
παρατηρώ τα δαχτυλίδια
των ματιών τους-
σε θυμάμαι κάποτε
πάνε είκοσι χρόνια
να λες με βεβαιότητα
οι μαύροι κύκλοι δεν είναι κληρονομικοί
απ’ ό,τι φαίνεται τελικά σε κατάπια
βρίσκεσαι πια στην κοιλιά μου
σ’ εννιά μήνες
θα γεννήσω τους κλώνους σου
μωρά με γκρίζα μαλλιά
κόκκινα γυαλιά
και δυσανεξία στην αγάπη
σε βλέπω από την κλειδαρότρυπα
να ταλαντεύεσαι
πάνω σε σπασμένα γυαλιά
τραύματα δεν διακρίνονται
προτιμώ τους χαμηλούς τόνους
τα αδιάφορα παστέλ του εβδομήντα
Ο Μικρός Πρίγκιπας: «Αντίο», είπε η αλεπού. «Να το μυστικό μου. Είναι πολύ απλό: Μόνο με την καρδιά βλέπεις αληθινά. Την ουσία δεν τη βλέπουν τα μάτια»