προσφέρεις
της φρεσκάδας σου τη σφαίρα
παρανάλωμα να γίνει
στο τηγάνι,
και στη φλόγα το λαδιού
τα κρυστάλλινα κομμάτια σου
Θά πενθώ πάντα -- μ’ακούς; -- γιά σένα, μόνος, στόν Παράδεισο Ι Θά γυρίσει αλλού τίς χαρακιές Τής παλάμης, η Μοίρα, σάν κλειδούχο...
I
Γιατί τὰ μεγάλα ἀεροπλάνα
δὲν ϐγαίνουν ϐόλτα μὲ τὰ παιδάκια τους;
Ποιό εἶναι κεῖνο τὸ κίτρινο πουλὶ
ποὺ γέμει τὴ ϕωλιά του μὲ λεμόνια;
Γιατί δὲν δείχνουν στὰ ἑλικόπτερα
πῶς νὰ μαζεύουν μέλι ἀπ’ τὸν ἥλιο;
Ποῦ ἐγκατέλειψε ἡ πανσέληνος
τὴ σάκα τῆς νύχτας μὲ τὸ ἀλεύρι;
Αφησε λεύτερα τα χέρια μου
και την καρδιά μου, άφησε λεύτερη!
'Αφησε τα δάχτυλά μου να τρέξουν
στους δρόμους του κορμιού σου.
Το πάθος - αίμα, φωτιά, φιλιά -
με ανάβει με τρεμουλιαστές φλόγες.
Αλλά εσύ δεν ξέρεις τι είναι τούτο!
Αν δε τύχαινε να χεις μάτια με χρώμα φεγγαριού
με χρώμα μέρας όλο δουλειά ,φωτιά και χώμα,
και δεμένη τ'αγέρα τη σβελτοσύνη να' χεις,
αν δε τύχαινε να' σαι κεχριμπαριού βδομάδα,
Ο Μικρός Πρίγκιπας: «Αντίο», είπε η αλεπού. «Να το μυστικό μου. Είναι πολύ απλό: Μόνο με την καρδιά βλέπεις αληθινά. Την ουσία δεν τη βλέπουν τα μάτια»