τη θάλασσα τη φοβάμαι
φοβάμαι το βάθος της
το κρύο της
και το μπλε της
τις αντανακλάσεις της
τη δήθεν αθωότητά της
εμένα
που αφήνομαι σ’αυτήν
☆ 723 Ποιητές - 8.176 Ποιήματα ☆
Επιλογή της εβδομάδας..
Οδυσσέας Ελύτης, «Το Μονόγραμμα»
Θά πενθώ πάντα -- μ’ακούς; -- γιά σένα, μόνος, στόν Παράδεισο Ι Θά γυρίσει αλλού τίς χαρακιές Τής παλάμης, η Μοίρα, σάν κλειδούχο...
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παρασχά Χριστίνα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παρασχά Χριστίνα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Χριστίνα Παρασχά, «Θάλασσα»
Χριστίνα Παρασχά, «Παράπονο»
γιατί να μην σε έχω τώρα εδώ
να πλέκεις με τα δάχτυλά σου
σταυρόλεξα στα μαλλιά μου
να χάνεται ο δείκτης σου
στο αμείλικτο κενό
ανάμεσα στο στήθος μου
και να φαντάζεσαι ναυάγια
στο τρίγωνο της λεκάνης μου
να πλέκεις με τα δάχτυλά σου
σταυρόλεξα στα μαλλιά μου
να χάνεται ο δείκτης σου
στο αμείλικτο κενό
ανάμεσα στο στήθος μου
και να φαντάζεσαι ναυάγια
στο τρίγωνο της λεκάνης μου
Χριστίνα Παρασχά, «Λόγος υποθετικός»
αν σου έγραφα ένα γράμμα
θα μάθαινες για την αφόρητη απουσία σου
για την παράνομη κατοχή των σκέψεών μου
και τα 86400 δευτερόλεπτα της ημέρας
θα μάθαινες πως κάποτε θα συναντηθούμε
καλοκαίρι θα είναι
θα τρέξω με ορμή καταπάνω σου
θα σπάσω όλα τα φράγματα της λογικής
θα μάθαινες για την αφόρητη απουσία σου
για την παράνομη κατοχή των σκέψεών μου
και τα 86400 δευτερόλεπτα της ημέρας
θα μάθαινες πως κάποτε θα συναντηθούμε
καλοκαίρι θα είναι
θα τρέξω με ορμή καταπάνω σου
θα σπάσω όλα τα φράγματα της λογικής
Χριστίνα Παρασχά, «Να μάθεις να φεύγεις»
Από την ασφάλεια τρύπιων αγκαλιών
Από χειραψίες που σε στοιχειώνουν
Από την ανάμνηση μιας κάλπικης ευτυχίας
Να φεύγεις – αθόρυβα, σιωπηλά, χωρίς κραυγές, μακρόσυρτους αποχαιρετισμούς
Να μην παίρνεις τίποτα μαζί, ούτε ενθύμια, ούτε ζακέτες για το δρόμο
Να τρέχεις μακρυά από δήθεν καταφύγια κι ας έχει έξω και χαλάζι
Να μάθεις να κοιτάς βαθιά στα μάτια όταν λες αντίο κι όχι κάτω ή το άπειρο
Να εννοείς τις λέξεις σου, μην τις εξευτελίζεις, σε παρακαλώ
Από χειραψίες που σε στοιχειώνουν
Από την ανάμνηση μιας κάλπικης ευτυχίας
Να φεύγεις – αθόρυβα, σιωπηλά, χωρίς κραυγές, μακρόσυρτους αποχαιρετισμούς
Να μην παίρνεις τίποτα μαζί, ούτε ενθύμια, ούτε ζακέτες για το δρόμο
Να τρέχεις μακρυά από δήθεν καταφύγια κι ας έχει έξω και χαλάζι
Να μάθεις να κοιτάς βαθιά στα μάτια όταν λες αντίο κι όχι κάτω ή το άπειρο
Να εννοείς τις λέξεις σου, μην τις εξευτελίζεις, σε παρακαλώ
Χριστίνα Παρασχά, «Αξιώματα»
Ας είμαστε ρεαλιστές.
Τα απογεύματα οι σκιές θα μεγαλώνουν κι εμείς δεν θα έχουμε πουθενά να κρυφτούμε.
Θα παραγγέλνουμε καφέ γλυκό, μα πάντα θα πικρίζει στη γλώσσα.
Ο ήλιος θα δύει, ο ήλιος θα ανατέλλει.
Κυβερνήσεις θα πέφτουν , κυβερνήσεις θα ανεβαίνουν.
Ο καναπές θα έχει γίνει δέρμα μας και η οθόνη μάτια μας.
Τα απογεύματα οι σκιές θα μεγαλώνουν κι εμείς δεν θα έχουμε πουθενά να κρυφτούμε.
Θα παραγγέλνουμε καφέ γλυκό, μα πάντα θα πικρίζει στη γλώσσα.
Ο ήλιος θα δύει, ο ήλιος θα ανατέλλει.
Κυβερνήσεις θα πέφτουν , κυβερνήσεις θα ανεβαίνουν.
Ο καναπές θα έχει γίνει δέρμα μας και η οθόνη μάτια μας.
Χριστίνα Παρασχά, «Η αέναη κίνηση»
ακούω έξω στην αυλή μια σκούπα να ξύνει το τσιμέντο
τα ηχεία παίζουν υπόκωφα Alex Turner
οι άνθρωποι είναι τόσο περίεργοι σκέφτομαι
που ίσως δεν αξίζει να προσπαθήσεις να τους γνωρίσεις
μα πιο περίεργη είναι η ζωή
σίγουρα, χάσιμο χρόνου να προσπαθήσεις να την καταλάβεις
το χώμα είναι νωπό και μυρίζει βροχή
μ’ αρέσει η μυρωδιά της βροχής
τα ηχεία παίζουν υπόκωφα Alex Turner
οι άνθρωποι είναι τόσο περίεργοι σκέφτομαι
που ίσως δεν αξίζει να προσπαθήσεις να τους γνωρίσεις
μα πιο περίεργη είναι η ζωή
σίγουρα, χάσιμο χρόνου να προσπαθήσεις να την καταλάβεις
το χώμα είναι νωπό και μυρίζει βροχή
μ’ αρέσει η μυρωδιά της βροχής
Χριστίνα Παρασχά, «Πόλεις και πολιτείες»
ζω σε μια πόλη μεγάλη, άγνωστη μέσα σε αγνώστους
πόλη που σε αφήνει να αναπνεύσεις
που δεν έχεις μάτια καρφωμένα πάνω σου
που δεν ανοίγουν στόματα παρά μόνο όταν έχουν κάτι να πουν
που οι δρόμοι είναι απέραντοι και έχει μέρη πολλά να κρυφτείς
που έχει λίμνες και ποτάμια και βαρκούλες και πάπιες
που ο χειμώνας θυμίζει χειμώνα, κασκόλ και σκουφιά
που παίρνεις τα χιονοπέδιλα και πας για πατινάζ
πόλη που σε αφήνει να αναπνεύσεις
που δεν έχεις μάτια καρφωμένα πάνω σου
που δεν ανοίγουν στόματα παρά μόνο όταν έχουν κάτι να πουν
που οι δρόμοι είναι απέραντοι και έχει μέρη πολλά να κρυφτείς
που έχει λίμνες και ποτάμια και βαρκούλες και πάπιες
που ο χειμώνας θυμίζει χειμώνα, κασκόλ και σκουφιά
που παίρνεις τα χιονοπέδιλα και πας για πατινάζ
Χριστίνα Παρασχά, «Πες μου»
έλα να ξαπλώσεις λίγο δίπλα μου
μη φοβηθείς, δεν είμαι θυμωμένη
θέλω να κοιταχτούμε λίγο χωρίς να μιλάμε
κι ύστερα θέλω να σου κλείσω τα μάτια
θέλω να σου δώσω μια στιγμή τα δικά μου
θέλω να δεις μια φορά όλα όσα βλέπω
μια αγάπη που άφησες ανυπεράσπιστη από το πρώτο λεπτό
μη φοβηθείς, δεν είμαι θυμωμένη
θέλω να κοιταχτούμε λίγο χωρίς να μιλάμε
κι ύστερα θέλω να σου κλείσω τα μάτια
θέλω να σου δώσω μια στιγμή τα δικά μου
θέλω να δεις μια φορά όλα όσα βλέπω
μια αγάπη που άφησες ανυπεράσπιστη από το πρώτο λεπτό
Χριστίνα Παρασχά, «Απορίες»
Αν ένα από τα βράδια που έχεις ρεπό
και κάθεσαι στο Πόρτο Ράφτη και κοιτάς τα αστέρια
μου ζητούσες να έρθω, το ξέρεις ότι θα ερχόμουν;
Αν μου ζητούσες να έρθω να ταίσουμε τις κότες μαζί
και να μαζέψουμε αυγά και να σε βλέπω να κοιτάς τις γάτες σου
στα μάτια αντί για εμένα το ξέρεις ότι θα ήμουν εκεί;
Αν μου ζητούσες να μείνω γυμνή πάνω στην αμμουδιά
και κάθεσαι στο Πόρτο Ράφτη και κοιτάς τα αστέρια
μου ζητούσες να έρθω, το ξέρεις ότι θα ερχόμουν;
Αν μου ζητούσες να έρθω να ταίσουμε τις κότες μαζί
και να μαζέψουμε αυγά και να σε βλέπω να κοιτάς τις γάτες σου
στα μάτια αντί για εμένα το ξέρεις ότι θα ήμουν εκεί;
Αν μου ζητούσες να μείνω γυμνή πάνω στην αμμουδιά
Χριστίνα Παρασχά, «Ώχρα»
όλα παράξενα γρήγορα συνέβησαν
πια ζωή δεν έχει – όχι ότι πίστεψε πως είχε ποτέ
τα φύλλα πάλι κίτρινα κι ο αγέρας διόλου φιλικός
τρίτος Οκτώβριος λέει, μακρυά από εκεί που θα ‘θελα να είμαι
και πάραυτά αναρωτιέται που είναι εν τέλει αυτό το θάθελαναειμαι
οι λέξεις από καιρό δυσκολεύονται να έχουν ήχο
πόσο μάλλον μορφή – να ακουμπήσουν μάτια άλλων, τρέμουν
πόσο λίγη είμαι, πόσο λίγη είμαι, πόσο λίγη είμαι
πια ζωή δεν έχει – όχι ότι πίστεψε πως είχε ποτέ
τα φύλλα πάλι κίτρινα κι ο αγέρας διόλου φιλικός
τρίτος Οκτώβριος λέει, μακρυά από εκεί που θα ‘θελα να είμαι
και πάραυτά αναρωτιέται που είναι εν τέλει αυτό το θάθελαναειμαι
οι λέξεις από καιρό δυσκολεύονται να έχουν ήχο
πόσο μάλλον μορφή – να ακουμπήσουν μάτια άλλων, τρέμουν
πόσο λίγη είμαι, πόσο λίγη είμαι, πόσο λίγη είμαι
Χριστίνα Παρασχά, «Άμυνα»
ένα πρωί
θα ανοίξω διάπλατα
το παράθυρο του δωματίου μου
και με τα δυο μου χέρια
θα τραβήξω
μακρυά το ένα πλευρό
του θώρακός μου
από το άλλο
θα ανοίξω διάπλατα
το παράθυρο του δωματίου μου
και με τα δυο μου χέρια
θα τραβήξω
μακρυά το ένα πλευρό
του θώρακός μου
από το άλλο
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
Αντώνης Σαμαράκης (1919-2003)
«Το άγγελμα της ημέρας»
Μην πεις ποτέ σου: «Είναι αργά!» κι αν χαμηλά έχεις πέσει. κι αν λύπη τώρα σε τρυγά κι έχεις βαθιά πονέσει.
Κι αν όλα μοιάζουν σκοτεινά κι έρημος έχεις μείνει. μην πεις ποτέ σου: «Είναι αργά!» -τ' ακούς;- ό,τι κι αν γίνει
Ο Μικρός Πρίγκιπας: «Αντίο», είπε η αλεπού. «Να το μυστικό μου. Είναι πολύ απλό: Μόνο με την καρδιά βλέπεις αληθινά. Την ουσία δεν τη βλέπουν τα μάτια»
𝓜πάμπης 𝓚υριακίδης




(1).jpg)
.png)
