Μολιέρος (Molière)

«Ο κατά φαντασίαν ασθενής» (1673)

Μολιέρος (Molière)

«Ο Ταρτούφος» (1664)

Μολιέρος (Molière)

«Ο αρχοντοχωριάτης» (1670)

Ουίλλιαμ Σαίξπηρ

«Όνειρο Θερινής Νυκτός»

Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα

«Ματωμένος Γάμος»

Αντουάν Ντε Σαιντ- Εξυπερύ

«Ο μικρός πρίγκηπας»

Αντόν Τσέχωφ

«Ένας αριθμός»

Ντάριο Φο

«Ο τυχαίος θάνατος ενός Αναρχικού»

Ευγένιος Ιονέσκο

«Ρινόκερος»

Μπέρτολτ Μπρεχτ

«Αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι»

☆ 723 Ποιητές - 8.176 Ποιήματα ☆

Επιλογή της εβδομάδας..

Οδυσσέας Ελύτης, «Το Μονόγραμμα»

Θά πενθώ πάντα -- μ’ακούς; -- γιά σένα, μόνος, στόν Παράδεισο Ι Θά γυρίσει αλλού τίς χαρακιές  Τής παλάμης, η Μοίρα, σάν κλειδούχο...

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σεφέρης Γιώργος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Σεφέρης Γιώργος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Γιώργος Σεφέρης, «Δ΄ Αργοναύτες»

Ήτανε καλά παιδιά οι συντρόφοι, δε φωνάζαν
ούτε από τον κάματο ούτε από τη δίψα ούτε από την παγωνιά,
είχανε το φέρσιμο των δέντρων και των κυμάτων
που δέχουνται τον άνεμο και τη βροχή
δέχουνται τη νύχτα και τον ήλιο
χωρίς ν’ αλλάζουν μέσα στην αλλαγή.
Ήτανε καλά παιδιά, μέρες ολόκληρες

Γιώργος Σεφέρης: «Στροφή» - Η πρώτη ποιητική συλλογή (1931)

Η «Στροφή» είναι η πρώτη ποιητική συλλογή του Γιώργου Σεφέρη η οποία εκδόθηκε το 1931. Ο αντίκτυπος της συλλογής ήταν μια πραγματική στροφή για την νεοελληνική ποίηση. Τυπώθηκε και εκδόθηκε τον Μάιο του 1931 και είχε έκταση 41 σελίδες. Τυπώθηκε με έξοδα του ποιητή σε διακόσια αντίτυπα αριθμημένα στο «Τυπογραφείον της Εστίας», από τα οποία πενήντα εκτός εμπορίου προορισμένα για τους κριτικούς και αποτελείται από δεκατέσσερα ποιήματα, που είναι γραμμένα μεταξύ 1924 και 1931. Η συλλογή δημοσιεύθηκε σχεδόν ταυτόχρονα με το διορισμό του Σεφέρη στο

Γιώργος Σεφέρης, «Στροφή»

Στιγμή, σταλμένη από ένα χέρι
που είχα τόσο αγαπήσει
με πρόφταξες ίσια στη δύση
σα μαύρο περιστέρι.

Ο δρόμος άσπριζε μπροστά μου,
απαλός αχνός ύπνου

Γιώργος Σεφέρης, «Fog»

Say it with a ukulele
«Πες της το μ’ ένα γιουκαλίλι…»
γκρινιάζει κάποιος φωνογράφος∙
πες μου τι να της πω, Χριστέ μου,
τώρα συνήθισα μονάχος.

Με φυσαρμόνικες που σφίγγουν
φτωχοί μη βρέξει και μη στάξει

Γιώργος Σεφέρης, «Ρουκέτα»

Δεν είναι ούτε η θάλασσα
δεν είναι ούτε ο κόσμος
το γαλάζιο αυτό φως
στα δάχτυλά μας
 
κάτω από τα βλέφαρα
χίλιες αντένες

Γιώργος Σεφέρης, «Ρίμα»

Χείλια, φρουροί της αγάπης μου που ήταν να σβήσει
χέρια, δεσμά της νιότης μου που ήταν να φύγει
χρώμα προσώπου χαμένου κάπου στη φύση
δένδρα... πουλιά... κυνήγι...

Κορμί, μαύρο μες το λιοπύρι σαν το σταφύλι
κορμί πλούσιο καράβι μου, που ταξιδεύεις;

Γιώργος Σεφέρης, «Δημοτικό τραγούδι»

 Τα μονοκοτυλήδονα
και τα δικοτυλήδονα
ανθίζανε στον κάμπο

σου το ’χαν πει στον κλήδονα
και σμίξαμε φιλήδονα
τα χείλια μας, Μαλάμω!

Γιώργος Σεφέρης, «Εις μνήμην»

 Ήσουν η θεία σιγή
κι άσπρη σα ρύζι
μα η ριγηλή φυγή
πάντα γυρίζει

πήρες τη δίνη
ψυχή φυγόκεντρη

Γιώργος Σεφέρης, «Σχόλια»

Εἶχε ἡ βεράντα σκοτεινιάσει
πλάι μας φτερούγισε μιὰ βιάση
στὶς δυο καρδιές εἶχε φωλιάσει
ἀντίρροπη μιὰ ἐξομολόγηση.

Και ἡ ἄκαρπη φωνὴ ἐμαράθη
στὰ χείλια μας μελίσσι λάθη

Γιώργος Σεφέρης, «Το ύφος μιας μέρας»

 We plainly saw that not a soul lived in that fated vessel!
EDGAR ALLAN POE
 Το ύφος μιας μέρας που ζήσαμε πριν δέκα χρόνια σε
ξένο τόπο
ο αιθέρας μιας παμπάλαιης στιγμής που φτερούγισε
κι εχάθη σαν άγγελος Κυρίου
η φωνή μιας γυναίκας λησμονημένης με τόση φρόνηση

Γιώργος Σεφέρης, «Οι σύντροφοι στον Άδη»

νήπιοι, οι κατά βους Υπερίονος Ηελίοιο
ήσθιον· αυτάρ ο τοίσιν αφείλετο νόστιμον ήμαρ.

ΟΔΥΣΣΕΙΑ

Αφού μας μέναν παξιμάδια
τί κακοκεφαλιά
να φάμε στην ακρογιαλιά
του Ήλιου τ' αργά γελάδια

Γιώργος Σεφέρης, «Αυτοκίνητο»

Στη δημοσιά σαν αγκαλιά
δίκλωνη ενός διαβήτη
του αγέρα δάχτυλα στη χαίτη
και μίλια στην κοιλιά,

οι δυο μας φεύγαμε αδειανοί
βιτσιά για το ήπιο βλέμμα

Γιώργος Σεφέρης, «Αργά μιλούσες»

Ἀργὰ μιλοῦσες μπρὸς στὸν ἥλιο
καὶ τώρα εἶναι σκοτάδι
κι ἤσουν τῆς μοίρας μου τὸ ὑφάδι
σύ, που θα λέγαν Μπίλιω.

Πέντε στιγμές· καὶ τι ἔχει γίνει
γύρω στὴν οἰκουμένη;

Γιώργος Σεφέρης, «Επί Ασπαλάθων...»

 ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ποίημα του Σεφέρη και δημοσιεύτηκε στο Βήμα (23-9-71) τρεις μέρες μετά το θάνατό του στην περίοδο της δικτατορίας. Το ποίημα βασίζεται σε μια περικοπή του Πλάτωνα (Πολιτεία 614 κ.ε.) πον αναφέρεται στη μεταθανάτια τιμωρία των αδίκων και ιδιαίτερα του Αρδιαίου. Ο Αρδιαίος, τύραννος σε μια πόλη της Παμφυλίας, ανάμεσα σε άλλες ανόσιες πράξεις είχε σκοτώσει τον πατέρα του και τον μεγαλύτερο αδερφό του. Γι' αυτό και η τιμωρία του, καθώς και άλλων τυράννων, στον άλλο κόσμο στάθηκε φοβερή. 'Οταν εξέτισαν την καθιερωμένη ποινή που επιβαλλόταν στους αδίκους και ετοιμάζονταν να βγουν στο φως, το στόμιο δεν τους δεχόταν

Γιώργος Σεφέρης, «Μυθιστόρημα Ι'»

Ο τόπος μας είναι κλειστός, όλο βουνά
που έχουν σκεπή το χαμηλό ουρανό μέρα και νύχτα.
Δεν έχουμε ποτάμια δεν έχουμε πηγάδια δεν έχουμε πηγές,
μονάχα λίγες στέρνες, άδειες κι αυτές, που ηχούν και που τις προσκυνούμε.
Ήχος στεκάμενος κούφιος, ίδιος με τη μοναξιά μας
ίδιος με την αγάπη μας, ίδιος με τα σώματά μας.
Μας φαίνεται παράξενο που κάποτε μπορέσαμε να χτίσουμε
τα σπίτια τα καλύβια και τις στάνες μας.

Γιώργος Σεφέρης, «Ωραίο φθινοπωρινό πρωί»

Για την κυρία Ντονογκό
Νά που μ’ αρέσουν επιτέλους αυτά τα βουνά μ’ αυτό το φως
με δέρμα ρυτιδωμένο σαν την κοιλιά του ελέφαντα
όταν τα μάτια του στενεύουν απ’ τα χρόνια.
Νά που μ’ αρέσουν αυτές οι λεύκες, δεν είναι πολλές
σηκώνοντας τους ώμους μέσα στον ήλιο.
Οι αψηλοί γκέγκηδες οι κοντοί τόσκηδες
το καλοκαίρι με τα δρεπάνια και το χειμώνα με τα τσεκούρια

Γιώργος Σεφέρης, «Ένας γέροντας στην ακροποταμιά»

Στὸν Νάνη Παναγιωτόπουλο
 
Κι ὅμως πρέπει νὰ λογαριάσουμε πῶς προχωροῦμε.
Νὰ αἰσθάνεσαι δὲ φτάνει μήτε νὰ σκέπτεσαι μήτε νὰ κινεῖσαι
μήτε νὰ κινδυνεύει τὸ σῶμα σου στὴν παλιὰ πολεμίστρα,
ὅταν τὸ λάδι ζεματιστὸ καὶ τὸ λιωμένο μολύβι
αὐλακώνουνε τὰ τειχιά.

Γιώργος Σεφέρης, «Ο Μαθιός Πασκάλης ανάμεσα στα τριαντάφυλλα»

Καπνίζω χωρὶς νὰ σταματήσω ἀπ᾿ τὸ πρωὶ
ἂν σταματήσω τὰ τριαντάφυλλα θὰ μ᾿ ἀγκαλιάσουν
μ᾿ ἀγκάθια καὶ μὲ ξεφυλλισμένα πέταλα θὰ μὲ πνίξουν
φυτρώνουν στραβὰ ὅλα μὲ τὸ ἴδιο τριανταφυλλὶ
κοιτάζουν· περιμένουν νὰ ἰδοῦν κάποιον· δὲν περνᾶ κανεὶς·
πίσω ἀπ᾿ τὸν καπνὸ τῆς πίπας μου τὰ παρακολουθῶ
πάνω σ᾿ ἕνα κοτσάνι βαριεστισμένο χωρὶς εὐωδιά,
στὴν ἄλλη ζωὴ μιὰ γυναίκα μοῦ ἔλεγε μπορεῖς νὰ γγίξεις αὐτὸ τὸ χέρι

Γιώργος Σεφέρης, «Ο δαίμων της πορνείας»

…Nicosia e Famagosta per la lor bestia
si lamenti e garra… PARADISO …ως γοιόν ηξεύρετε
και ο δαίμων της πορνείας όλον τον κόσμον
πλημμελά τον εκόμπωσε τον ρήγαν και έππεσεν εις αμαρτίαν…
—Χρονικόν του Μαχαιρά—

O Tζουάν Bισκούντης είχε γράψει την αλήθεια.
Πώς πλέρωσε μαυλίστρες ο κούντη Tερουχάς

Γιώργος Σεφέρης, «Θερινό Ηλιοστάσι»

Α´
Ὁ μεγαλύτερος ἥλιος ἀπὸ τὴ μιὰ μεριὰ
κι ἀπὸ τὴν ἄλλη τὸ νέο φεγγάρι
ἀπόμακρα στὴ μνήμη σὰν ἐκεῖνα τὰ στήθη.
Ἀνάμεσό τους χάσμα τῆς ἀστερωμένης νύχτας
κατακλυσμὸς τῆς ζωῆς.
Τ᾿ ἄλογα στ᾿ ἁλώνια

Αντώνης Σαμαράκης (1919-2003)

«Το άγγελμα της ημέρας»

Μην πεις ποτέ σου: «Είναι αργά!» κι αν χαμηλά έχεις πέσει. κι αν λύπη τώρα σε τρυγά κι έχεις βαθιά πονέσει.

Κι αν όλα μοιάζουν σκοτεινά κι έρημος έχεις μείνει. μην πεις ποτέ σου: «Είναι αργά!» -τ' ακούς;- ό,τι  κι αν γίνει

Ο Μικρός Πρίγκιπας: «Αντίο», είπε η αλεπού. «Να το μυστικό μου. Είναι πολύ απλό: Μόνο με την καρδιά βλέπεις αληθινά. Την ουσία δεν τη βλέπουν τα μάτια»

𝓜πάμπης 𝓚υριακίδης