Όλα τα ωραία βιβλία για σένα λένε
κι όλα τα παραμύθια τα πουλιά.
Τ’ άνθη, Μαρία, την άνοιξη σε κλαίνε,
Μαρία, πικρά σε κλαίνε τα πουλιά.
Σε κλαίνε οι χάρες κ' οι αύρες οι γελούσες
κι ανώφελα για σένα τις ρωτώ·
κλαίνε όλες, λυσίκομες, οι Μούσες
και πιο γοερά, Μαρία, η Ερατώ.
☆ 723 Ποιητές - 8.176 Ποιήματα ☆
Επιλογή της εβδομάδας..
Οδυσσέας Ελύτης, «Το Μονόγραμμα»
Θά πενθώ πάντα -- μ’ακούς; -- γιά σένα, μόνος, στόν Παράδεισο Ι Θά γυρίσει αλλού τίς χαρακιές Τής παλάμης, η Μοίρα, σάν κλειδούχο...
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πολυδούρη Μαρία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Πολυδούρη Μαρία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Μίνως Ζώτος, «Μαρία Πολυδούρη»
Άγγελος Σικελιανός, «Στη Μαρία Πολυδούρη»
Μὴ στοχαστεῖς πὼς ἦρτα ἀργὰ κοντά σου. Εἶναι κρυφὸς
ὁ δρόμος μου καὶ δὲν τὸν ξέρουν οἱ ἄλλοι.
καὶ χρόνια τώρα, ἀνήξερά Σου, εἶμαι γιὰ Σένα ὁ ἀδερφός,
ὁποὺ Σοῦ σιάζει μυστικὰ τὸ προσκεφάλι...
Μαρία Πολυδούρη ποιητικές συλλογές - «Οι τρίλλιες που σβήνουν» (1928), «Ηχώ στο Χάος» (1929), «Ανέκδοτα ποιήματα» (ολοκληρωμένα)
Οι τρίλλιες που σβήνουν» (1928)
Μαρία Πολυδούρη, «Αφιέρωση»
Φίλε, του φθινοπώρου ήρθεν η Ώρα
Στην πόρτα μου έξω. Κίτρινο φορεί
στεφάνι από μυρτιά. Στα νικηφόρα
χέρια της μια κιθάρα θλιβερή,
Κιθάρα παλαιϊκή που κλει πληθώρα
Μαρία Πολυδούρη, «Κ’ ήταν μια νύχτα..»
Κ’ ήταν μια νύχτα ωραία και στη ματιά σου
και στα τραγούδια σου. Ήτανε γλυκιά
μια νύχτα στα τραγούδια τα παληά σου
γεμάτη αστέρια, νύχτα ξωτικιά.
και στα τραγούδια σου. Ήτανε γλυκιά
μια νύχτα στα τραγούδια τα παληά σου
γεμάτη αστέρια, νύχτα ξωτικιά.
Η μόνη αγάπη μέσ’ στη μοναξιά σου,
Μαρία Πολυδούρη, «Αχ, η καρδιά μου»
Αχ, η καρδιά μου νοσταλγεί,
τώρα που φεύγει η μέρα,
το ροδινό ξημέρωμα,
τον ήλιο, τον αιθέρα.
Μαρία Πολυδούρη, «Με κάλεσε κάποια φωνή..»
Με κάλεσε κάποια φωνή
την αγάπη να δώσω.
Ήταν καιρός. Σημείο είχε φανή
η αγωνία, τα πλούτη μου να σώσω.
την αγάπη να δώσω.
Ήταν καιρός. Σημείο είχε φανή
η αγωνία, τα πλούτη μου να σώσω.
Μαρία Πολυδούρη, «Καλέ μου..»
Καλέ μου, η Άνοιξη έφτασε. Τα βράδια με πλανά
πως παίζει στο παράθυρο τη φωτεινή της σάρπα.
Μα τα μεσάνυχτα γροικώ πως φευγαλέα περνά
το θλιβερό τραγούδι σου στη νυμφική τους άρπα.
πως παίζει στο παράθυρο τη φωτεινή της σάρπα.
Μα τα μεσάνυχτα γροικώ πως φευγαλέα περνά
το θλιβερό τραγούδι σου στη νυμφική τους άρπα.
Μαρία Πολυδούρη, «Αφιέρωση»
Γατούλα, με της ράτσας σου χαμένα τα σημάδια,
αδιάφορη, παράξενα ψυχρή
και κάποτε που μοιάζεις θλιβερή,
τι τριγυρνάς σα φάντασμα στην πλάση μας την άδεια;
αδιάφορη, παράξενα ψυχρή
και κάποτε που μοιάζεις θλιβερή,
τι τριγυρνάς σα φάντασμα στην πλάση μας την άδεια;
Μαρία Πολυδούρη, «Δεν καρτερώ το θάνατο..»
Δεν καρτερώ το θάνατο, είνε βαριά η ψυχή μου.
Δε μου ταιριάζει αγέροχα να σβήσω, ξαφνικά.
Μ’ έδεσε η μνήμη στο άρμα της και με την ταραχή μου
ξυπνούν όλα που νόμιζα πως πέθαναν γλυκά.
Ξυπνούνε τόσο αγνώριστα στου μαρτυρίου την ώρα.
Κ’ η παιδική μου αγνότητα, που έσκυβα στόνειρό της
Δε μου ταιριάζει αγέροχα να σβήσω, ξαφνικά.
Μ’ έδεσε η μνήμη στο άρμα της και με την ταραχή μου
ξυπνούν όλα που νόμιζα πως πέθαναν γλυκά.
Ξυπνούνε τόσο αγνώριστα στου μαρτυρίου την ώρα.
Κ’ η παιδική μου αγνότητα, που έσκυβα στόνειρό της
Μαρία Πολυδούρη, «Εκείνη που είνε λησμονημένη»
Εκείνη που είνε λησμονημένη
εκείνη που ήρθε περαστικά
κ’ έφυγε αγνώριστη κ’ έφυγε ξένη,
τόσο θλιμμένη καρτερικά,
εκείνη που ήρθε περαστικά
κ’ έφυγε αγνώριστη κ’ έφυγε ξένη,
τόσο θλιμμένη καρτερικά,
Μαρία Πολυδούρη, «Έλα μαζί μου..»
Έλα μαζί μου, αφού ήθελες ν’ αναίβης
σε τούτη την απόκοσμη κορφή.
Μονάχα μη θελήσεις να κατέβης,
δεν είνε πουθενά μια επιστροφή.
σε τούτη την απόκοσμη κορφή.
Μονάχα μη θελήσεις να κατέβης,
δεν είνε πουθενά μια επιστροφή.
Μαρία Πολυδούρη, «Νέε..»
Νέε, με την άχρωμη ματιά, με το σφιγμένο στόμα,
η θλίψη σου έκαμε ν’ ανθίση η σκοτεινή καρδιά μου.
Μα δεν εθάρρεψα ποτέ κι’ ούτε και τώρα ακόμα
και τράβηξα στο γνώριμο στρατί προς τη νυχτιά μου.
η θλίψη σου έκαμε ν’ ανθίση η σκοτεινή καρδιά μου.
Μα δεν εθάρρεψα ποτέ κι’ ούτε και τώρα ακόμα
και τράβηξα στο γνώριμο στρατί προς τη νυχτιά μου.
Μαρία Πολυδούρη, «Η θλίψη της δύσης»
Ἔτσι κι᾿ ἀπόψε ἀνάτειλαν τοῦ δειλινοῦ τὰ ρόδα
χρυσόχρωμα, ροδένια, πορφυρά,
ἔστι κι᾿ ἀπόψε σβήνοντας ἐφυλορρόησαν ὅλα
καθὼς τὰ ξαγναντῶ κάθε φορά.
χρυσόχρωμα, ροδένια, πορφυρά,
ἔστι κι᾿ ἀπόψε σβήνοντας ἐφυλορρόησαν ὅλα
καθὼς τὰ ξαγναντῶ κάθε φορά.
Μαρία Πολυδούρη, «Στροφές»
Στο πλαίσιο του παραθύρου προβάλλει
το πάρκο πρωινό. δε φέγγει ακόμα.
Αχ, πόσες υποσχέσεις δε μοιράζει
της εαρινής αυτής αυγής το στόμα
που σ’ ένα απλό χαμόγελο χαράζει.
το πάρκο πρωινό. δε φέγγει ακόμα.
Αχ, πόσες υποσχέσεις δε μοιράζει
της εαρινής αυτής αυγής το στόμα
που σ’ ένα απλό χαμόγελο χαράζει.
Μαρία Πολυδούρη, «Λίλης Π.»
Στην άφεγγη ψυχή μου
λάμπουν χρυσά αστεράκια
οι παιδικές σου χάρες
τα θαυμαστά λογάκια.
λάμπουν χρυσά αστεράκια
οι παιδικές σου χάρες
τα θαυμαστά λογάκια.
Μαρία Πολυδούρη, «Σε σένα»
Ξέρω νὰ ψάξω καὶ νὰ βρῶ
διαμάντια καὶ ζαφείρια χίλια
κι᾿ ἀπ᾿ τοῦ γιαλοῦ τὸ θησαυρὸ
μαργαριτάρια καὶ κογχύλια
διαμάντια καὶ ζαφείρια χίλια
κι᾿ ἀπ᾿ τοῦ γιαλοῦ τὸ θησαυρὸ
μαργαριτάρια καὶ κογχύλια
Μαρία Πολυδούρη, «Βράδι στο Ζάππειο»
Τὴν ὥρ᾿ αὐτὴ ποὺ δὲ λυπᾶμαι
κόπη ὁ δεσμὸς μὲ τὴ ζωή.
Εἶμαι ἄδεια θήκη ἀποθεμένη
μέσα στοῦ κόσμου τὴ βοή.
κόπη ὁ δεσμὸς μὲ τὴ ζωή.
Εἶμαι ἄδεια θήκη ἀποθεμένη
μέσα στοῦ κόσμου τὴ βοή.
Μαρία Πολυδούρη, «Ο πόθος της ζωής»
Εἶνε ὁ πόθος μου τέτιος, ἀγέρα
σὰν τὸν ἄγριο θυμό σου
ποὺ στὶς πλούσιες κοιλάδες σφυρίζει.
Εἶνε ἀνήμερος, ἄγρια φοβέρα,
πλούσιοι οἱ τόποι βαθιά μου
σὰν τὸν ἄγριο θυμό σου
ποὺ στὶς πλούσιες κοιλάδες σφυρίζει.
Εἶνε ἀνήμερος, ἄγρια φοβέρα,
πλούσιοι οἱ τόποι βαθιά μου
Μαρία Πολυδούρη, «Λοιπόν..»
Λοιπόν κι’ αυτό δε μούπρεπε το τελευταίο λουλούδι.
Και πέρασε η ζωούλα του πνοή.
Ένα άξαφνο φωσφόρισμα, ένα πικρό τραγούδι,
ένας νεκρός ακόμα στη ζωή.
Και πέρασε η ζωούλα του πνοή.
Ένα άξαφνο φωσφόρισμα, ένα πικρό τραγούδι,
ένας νεκρός ακόμα στη ζωή.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
Αντώνης Σαμαράκης (1919-2003)
«Το άγγελμα της ημέρας»
Μην πεις ποτέ σου: «Είναι αργά!» κι αν χαμηλά έχεις πέσει. κι αν λύπη τώρα σε τρυγά κι έχεις βαθιά πονέσει.
Κι αν όλα μοιάζουν σκοτεινά κι έρημος έχεις μείνει. μην πεις ποτέ σου: «Είναι αργά!» -τ' ακούς;- ό,τι κι αν γίνει
Ο Μικρός Πρίγκιπας: «Αντίο», είπε η αλεπού. «Να το μυστικό μου. Είναι πολύ απλό: Μόνο με την καρδιά βλέπεις αληθινά. Την ουσία δεν τη βλέπουν τα μάτια»
𝓜πάμπης 𝓚υριακίδης




(1).jpg)
.png)
