Μολιέρος (Molière)

«Ο κατά φαντασίαν ασθενής» (1673)

Μολιέρος (Molière)

«Ο Ταρτούφος» (1664)

Μολιέρος (Molière)

«Ο αρχοντοχωριάτης» (1670)

Ουίλλιαμ Σαίξπηρ

«Όνειρο Θερινής Νυκτός»

Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα

«Ματωμένος Γάμος»

Αντουάν Ντε Σαιντ- Εξυπερύ

«Ο μικρός πρίγκηπας»

Αντόν Τσέχωφ

«Ένας αριθμός»

Ντάριο Φο

«Ο τυχαίος θάνατος ενός Αναρχικού»

Ευγένιος Ιονέσκο

«Ρινόκερος»

Μπέρτολτ Μπρεχτ

«Αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι»

☆ 723 Ποιητές - 8.176 Ποιήματα ☆

Επιλογή της εβδομάδας..

Οδυσσέας Ελύτης, «Το Μονόγραμμα»

Θά πενθώ πάντα -- μ’ακούς; -- γιά σένα, μόνος, στόν Παράδεισο Ι Θά γυρίσει αλλού τίς χαρακιές  Τής παλάμης, η Μοίρα, σάν κλειδούχο...

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αισώπου Μύθοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αισώπου Μύθοι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Αίσωπος, «Ο άνθρωπος και ο σάτυρος»

Καθώς λέει η ιστορία, μια φορά κάποιος άνθρωπος σύναψε επίσημα φιλία με έναν σάτυρο. Λοιπόν, όταν ήρθε βαρυχειμωνιά και έκανε κρύο, ο άνθρωπος έφερνε τα χέρια του κοντά στο στόμα και φύσαγε μέσα. Ο σάτυρος τότε τον ρώτησε για ποιόν λόγο το έκανε αυτό, και ο άνθρωπος εξήγησε ότι έτσι ζεσταίνει τα χέρια του από την παγωνιά. Αργότερα, καθίσανε οι δυο τους στο τραπέζι, και τους σερβίρανε φαγητό που έκαιγε υπερβολικά. Ο άνθρωπός μας, λοιπόν, σήκωνε κάθε τόσο μια μπουκιά, την έφερνε κοντά στο στόμα του και τη φυσούσε. Πάλι τον ρώτησε ο σάτυρος γιατί το κάνει αυτό,

Αίσωπος, «Ο άνθρωπος που υποσχόταν τα ακατόρθωτα»

Ήταν κάποτε ένας φτωχός άνθρωπος, άρρωστος και σε άσχημη κατάσταση. Όταν πια απελπίστηκε εντελώς από τους γιατρούς, τί άλλο να κάνει, βάλθηκε να προσεύχεται στους θεούς. Τους έταζε, που λέτε, να τους θυσιάσει εκατόμβες και να τους αφιερώσει μνημεία, άμα μπορέσει και σηκωθεί από την αρρώστια. Η γυναίκα του βέβαια, που έτυχε να στέκεται εκεί δίπλα, απόρησε: «Καλά βρε, πού θα βρεις πόρους για να τα προσφέρεις όλα αυτά;». Και εκείνος αποκρίθηκε: «Γιατί, μωρή, μπας και έχεις

Αίσωπος, «Ο καυχησιάρης των πέντε αθλημάτων»

Ήταν μια φορά ένας πενταθλητής που οι συμπολίτες του συνέχεια τον χλεύαζαν για τη μαλθακότητά του. Έφυγε λοιπόν ταξίδι, και όταν επέστρεψε ξανά στον τόπο του, μετά από πολύ καιρό, βάλθηκε να αραδιάζει καυχησιές, λέγοντας για πολλά και διάφορα ανδραγαθήματα που επιτέλεσε στη μία ή στην άλλη πόλη. Μεταξύ άλλων διηγούνταν και για τη Ρόδο, όπου έκανε, λέει, τέτοιο ρεκόρ στο πήδημα που κανένας Ολυμπιονίκης δεν μπορούσε να το ισοφαρίσει. Και από πάνω διαβεβαίωνε ότι θα καλέσει μάρτυρες για το κατόρθωμά του όσους ήσαν παρόντες στην περίσταση, αν τύχει να περάσουν ποτέ

Αίσωπος, «Τα δέντρα και η καλαμιά»

Μια φορά τα δέντρα τσακίζονταν από τους σφοδρούς ανέμους. Την ίδια στιγμή, όμως, έβλεπαν τα καλάμια να παραμένουν αλώβητα. Τους εξέφρασαν λοιπόν την απορία τους: «Καλά, πώς γίνεται να κομματιαζόμαστε έτσι εμείς, που είμαστε τόσο γερά και ογκώδη, ενώ εσείς τα λεπτοκαμωμένα, τα τόσο αδύναμα, δεν παθαίνετε το παραμικρό;». Ιδού τί αποκρίθηκαν τότε τα καλάμια: «Ξέρετε, εμείς έχουμε επίγνωση της αδυναμίας μας. Συνεπώς, υποχωρούμε μπροστά στην επίθεση των ανέμων, και με αυτόν τον τρόπο αποφεύγουμε το χτύπημα από την ορμή τους. Εσείς, αντίθετα, έχετε τέτοια

Αίσωπος, «Ο αγριόχοιρος, το άλογο και ο κυνηγός»

Μια φορά και έναν καιρό το αγριογούρουνο και το άλογο έβοσκαν πλάι-πλάι στο ίδιο μέρος. Εντούτοις, ο αγριόχοιρος μαγάριζε καθημερινά το χορτάρι και βρόμιζε τα νερά. Γι᾽ αυτό το άλογο ήθελε να τον εκδικηθεί, και με αυτήν την πρόθεση κατέφυγε στον κυνηγό και γύρεψε τη δική του συμμαχία. Ο άνθρωπος τότε έθεσε σαν όρο στο ζώο να υπομείνει τα χαλινάρια και να σηκώσει τον ίδιον στη ράχη του σαν αναβάτη· αλλιώς δεν θα ήταν σε θέση να το βοηθήσει. Το άλογο, που λέτε, συναίνεσε σε όλα. Έτσι λοιπόν

Αίσωπος, «Η σφήκα και το φίδι»

Μια φορά η σφήκα πήγε και την άραξε πάνω στο κεφάλι του φιδιού. Από εκεί πάνω το τσίμπαγε συνέχεια με το κεντρί της και το ταλαιπωρούσε. Το φίδι, που λέτε, κόντευε να τρελαθεί από τους πόνους· δεν έβρισκε όμως τρόπο να αντιμετωπίσει τον εχθρό του. Στο τέλος, λοιπόν, σύρθηκε έξω στον δρόμο· και μόλις πήρε το μάτι του μιαν άμαξα να κυλάει καταπάνω του, πήγε και έχωσε το κεφάλι του κάτω από τις ρόδες της. Έτσι σκοτώθηκε, ξεπαστρεύοντας μαζί και τη σφήκα. Καταπώς είπε μάλιστα: «Αποθανέτω

Αίσωπος, «Ο Δίας, ο Προμηθέας, η Αθηνά και ο Μώμος»

Μια φορά βάλθηκαν να συναγωνιστούν στη δημιουργία ο Δίας, ο Προμηθέας και η Αθηνά. Ο πρώτος, που λέτε, έπλασε ταύρο, ο δεύτερος άνθρωπο και η Αθηνά έφτιαξε ένα σπίτι. Ύστερα διάλεξαν για κριτή του αγώνα τον Μώμο. Αυτός όμως στραβοκοίταξε τα δημιουργήματα με κακία και άρχισε να τους βρίσκει ψεγάδια. Για τον Δία δήλωσε πως έκανε μεγάλο λάθος που δεν τοποθέτησε τα μάτια του ταύρου πάνω στα κέρατά του, για να βλέπει το ζώο πού χτυπάει. Τον Προμηθέα, πάλι, τον μέμφθηκε που δεν κρέμασε

Αίσωπος, «Η καλιακούδα και τα πουλιά»

Μια φορά ο Δίας αποφάσισε να επιβάλει βασιλέα στα πουλιά. Τους όρισε λοιπόν προθεσμία για να παρουσιαστούν μπροστά του οι υποψήφιοι. Η καλιακούδα, που λέτε, είχε συνείδηση του πόσο άσχημη ήταν. Γι᾽ αυτό βάλθηκε να τριγυρνάει γύρω-γύρω και να μαζεύει τα φτερά που έπεφταν χάμω από τα διάφορα πτηνά, έτσι ώστε να τα προσκολλήσει πάνω της. Αποτέλεσμα: όταν έφτασε η καθορισμένη μέρα, η καλιακούδα είχε πια σκεπαστεί ολόκληρη με πολύχρωμα φτερώματα και έτσι παρουσιάστηκε στον Δία. Εκείνος, εντυπωσιασμένος από τόση ομορφιά, ήταν έτοιμος να την επιλέξει για βασιλιά. Πάνω στην ώρα, ωστόσο,

Αίσωπος, «Ο Ερμής και ο μάστορας με τα αγάλματα»

Μια φορά ο Ερμής έβαλε με τον νου του να μάθει πόσο ακριβώς τον εκτιμούν οι άνθρωποι. Πήρε λοιπόν ανθρώπινη μορφή και μπήκε στο εργαστήριο κάποιου γλύπτη που έφτιαχνε αγάλματα. Εκεί μέσα, που λέτε, περιεργάστηκε πρώτα ένα άγαλμα του Δία και ρώτησε τον μάστορα: «Πόσο το πουλάς αυτό;». «Μία δραχμή», ήταν η απάντηση. Έβαλε τα γέλια ο Ερμής, και κατόπιν γύρεψε πληροφορίες για άλλο έργο: «Τούτο εδώ το ομοίωμα της Ήρας πόσο κοστίζει;». Ο τεχνίτης αποκρίθηκε: «Αυτό είναι πιο ακριβό». Με τα πολλά,

Αίσωπος, «Η αλεπού και ο κροκόδειλος»

Μια φορά μάλωναν η αλεπού και ο κροκόδειλος ποιος έχει πιο αριστοκρατική καταγωγή. Ο κροκόδειλος, λοιπόν, αράδιαζε πολλά και διάφορα σχετικά με τους λαμπρούς προγόνους του, και στο τέλος ισχυρίστηκε κιόλας ότι οι πατεράδες του διοργάνωναν γυμναστικούς αγώνες. Τότε η αλεπού άδραξε την ευκαιρία και απάντησε: «Αυτό θα το καταλάβαινα και χωρίς να μου το πεις. Το πετσί σου το φανερώνει αμέσως ότι έχεις τραβήξει κάμποσα γυμνάσματα».

Αίσωπος, «Ο ψαράς και η μαρίδα»

Ήταν μια φορά ένας ψαράς που έριξε τα δίχτυα του και έβγαλε στην επιφάνεια μια μαριδίτσα. Εκείνη, που λέτε, έπιασε να τον εκλιπαρεί: «Άφησέ με για την ώρα, να χαρείς, έτσι μικρούλα που είμαι. Αργότερα, άμα μεγαλώσω, με πιάνεις ξανά, και τότε θα αποκομίσεις πιο πολύ κέρδος». Όμως ο ψαράς αποκρίθηκε: «Καλά, τόσο μπουνταλάς θαρρείς πως είμαι; Σιγά μην αφήσω το κέρδος που έχω στο χέρι για να τρέχω πίσω από άδηλες προσδοκίες».

Αίσωπος, «Ο γάτος και ο πετεινός»

Μια φορά ο γάτος έπιασε στα χέρια του τον πετεινό και γύρευε εύλογη πρόφαση για να τον καταβροχθίσει. Στην αρχή, λοιπόν, βάλθηκε να τον ψέγει ότι ενοχλεί τον κόσμο τη νύχτα με τα κραξίματά του και δεν αφήνει κανέναν να χαρεί μια στάλα ύπνο. Ο πετεινός όμως δικαιολογήθηκε ότι με αυτό που κάνει ωφελεί τους ανθρώπους, διότι τους ξυπνάει για να ασχοληθούν με τις συνηθισμένες τους δουλειές. Έπειτα ο γάτος ακολούθησε άλλη γραμμή κατηγορίας: «Ναι, αλλά εσύ διαπράττεις συστηματικά ασέβεια ενάντια στη φύση,

Αίσωπος, «Οι ταξιδιώτες και η αρκούδα»

Ήταν δυο φίλοι που βαδίζανε μαζί στον ίδιο δρόμο, όταν ξαφνικά παρουσιάστηκε μπροστά τους μια αρκούδα. Τότε ο ένας από αυτούς πρόφτασε να σκαρφαλώσει σε κάποιο δέντρο και κρύφτηκε εκεί πάνω. Όσο για τον άλλον, ακριβώς τη στιγμή που κινδύνευε να τον τσακώσει το θηρίο, αυτός σωριάστηκε κάτω στο έδαφος και υποκρινόταν τον πεθαμένο. Η αρκούδα, που λέτε, έφερε κοντά του τη μουσούδα της και τον οσφραινόταν γύρω-γύρω· ο ανθρωπάκος, όμως, κρατούσε την ανάσα του. Φημολογείται, βλέπετε, ότι το θηρίο αυτό δεν

Αίσωπος, «Ο γεωργός και η Τύχη»

Ήταν κάτι ψαράδες που ξανοίχτηκαν για ψάρεμα και βολόδερναν για πολλή ώρα χωρίς να πιάσουν τίποτε. Κάθονταν λοιπόν μέσα στη βάρκα στενοχωρημένοι. Στο μεταξύ, όμως, πέρασε από εκεί ένας τόνος που τον κυνηγούσαν μεγάλα σκυλόψαρα· αυτός, με τη φόρα που είχε πάρει, πήδηξε έξω από τα νερά και προτού καλά-καλά το καταλάβει βρέθηκε μέσα στο σκάφος των ψαράδων. Αμέσως εκείνοι τον έπιασαν και τον έφεραν στην πόλη, όπου

Αίσωπος, «Τα βατράχια γυρεύουν βασιλιά»

Μια φορά και έναν καιρό τα βατράχια δεν ήσαν ικανοποιημένα με την έλλειψη διακυβέρνησης στο έθνος τους. Γι᾽ αυτό έστειλαν πρεσβεία στον Δία και τον παρακάλεσαν να τους ορίσει βασιλιά. Ο θεός, βέβαια, αντιλήφθηκε αμέσως τη χαζομάρα τους και περιορίστηκε να πετάξει ένα ξύλο μέσα στη λίμνη τους. Οι βάτραχοι τρόμαξαν στην αρχή από τον παφλασμό και βούτηξαν στον πάτο. Στη συνέχεια, όμως, καθώς το κούτσουρο στεκόταν ακίνητο, ξεθάρρεψαν και βγήκαν πάλι στην επιφάνεια. Με τα πολλά, έφτασαν τελικά σε τέτοιο

Αίσωπος, «Οι ψαράδες»

Ήταν κάτι ψαράδες που ξανοίχτηκαν για ψάρεμα και βολόδερναν για πολλή ώρα χωρίς να πιάσουν τίποτε. Κάθονταν λοιπόν μέσα στη βάρκα στενοχωρημένοι. Στο μεταξύ, όμως, πέρασε από εκεί ένας τόνος που τον κυνηγούσαν μεγάλα σκυλόψαρα· αυτός, με τη φόρα που είχε πάρει, πήδηξε έξω από τα νερά και προτού καλά-καλά το καταλάβει βρέθηκε μέσα στο σκάφος των ψαράδων. Αμέσως εκείνοι τον έπιασαν και τον έφεραν στην πόλη, όπου

Αίσωπος, «Ο τυφλοπόντικας»

Ήταν ένας τυφλοπόντικας —ξέρετε, το πλάσμα αυτό είναι ολότελα τυφλό— που ανακοίνωσε μια φορά στη μάνα του: «Μαμά μου, βλέπω!». Τότε εκείνη, για να τον δοκιμάσει, του έφερε έναν κόκκο λιβάνι και τον ρώτησε τί μπορεί να είναι. Ο γιος της, που λέτε, αποκρίθηκε πως είναι βοτσαλάκι. Πάνω εκεί, λοιπόν, η μάνα στέναξε: «Αχ παιδάκι μου! Όχι μόνο δεν βλέπεις το παραμικρό, αλλά από πάνω έχασες και την όσφρησή σου».

Αίσωπος, «Ο λύκος και ο ερωδιός»

Ήταν μια φορά ένας λύκος που σκάλωσε στο λαρύγγι του ένα κόκαλο και γύρευε κάποιον να τον γιατρέψει. Με τα πολλά συνάντησε τον ερωδιό και τον εκλιπαρούσε να τραβήξει το κόκαλο έξω, τάζοντάς του αμοιβή. Ο ερωδιός, λοιπόν, έχωσε το κεφάλι του βαθιά μέσα στην καταπιόνα του θεριού και τελικά κατόρθωσε να ξεσφηνώσει και να βγάλει έξω το κόκαλο. Μετά από αυτό, ζητούσε φυσικά την πληρωμή που είχαν συμφωνήσει. Όμως ο λύκος τού έκοψε την όρεξη με τα εξής λόγια: «Βρε χαμένε, δεν σου αρκεί που έβαλες το κεφάλι στο στόμα του λύκου και το έβγαλες χωρίς να πάθεις το παραμικρό; Τί ζητάς και πληρωμή

Αίσωπος, «Ο τυφλός»

Ήταν ένας άνθρωπος τυφλός, που οποιοδήποτε ζώο και να του έβαζες στα χέρια, εκείνος το άγγιζε και ήταν ικανός να σου πει τί λογής πλάσμα είναι. Μια φορά, λοιπόν, του έδωσαν έναν μικρό λύγκα. Ο τυφλός τον ψηλάφησε και, μη μπορώντας να μαντέψει με σιγουριά, αποφάνθηκε: «Δεν ξέρω τί στο καλό είναι, αν είναι γέννημα λύκου ή αλεπούς ή κανενός άλλου τέτοιου ζώου. Πάντως για ένα είμαι σίγουρος: αυτό το πλάσμα δεν είναι σκόπιμο να το αφήσεις να σιμώσει το κοπάδι με τα πρόβατα».

Αίσωπος, «Ο λύκος και ο βοσκός»

Ήταν ένας λύκος που ακολουθούσε απλώς κάποιο κοπάδι πρόβατα, χωρίς να τους κάνει κανένα κακό. Ο βοσκός, βέβαια, είχε τον νου στην αρχή και φυλαγόταν από το θεριό, ξέροντας τις εχθρικές διαθέσεις του· κάθε τόσο, λοιπόν, του έριχνε ματιές γεμάτες φόβο. Όμως ο λύκος απλώς τους είχε πάρει στο κατόπι, χωρίς να κάνει καμία προσπάθεια για να αρπάξει το παραμικρό. Έτσι, μετά από λίγο ο βοσκός σχημάτισε την εντύπωση ότι το ζώο αυτό είναι μάλλον κάτι σαν φύλακας του κοπαδιού, και όχι ύπουλος εχθρός. Γι᾽ αυτό,

Αντώνης Σαμαράκης (1919-2003)

«Το άγγελμα της ημέρας»

Μην πεις ποτέ σου: «Είναι αργά!» κι αν χαμηλά έχεις πέσει. κι αν λύπη τώρα σε τρυγά κι έχεις βαθιά πονέσει.

Κι αν όλα μοιάζουν σκοτεινά κι έρημος έχεις μείνει. μην πεις ποτέ σου: «Είναι αργά!» -τ' ακούς;- ό,τι  κι αν γίνει

Ο Μικρός Πρίγκιπας: «Αντίο», είπε η αλεπού. «Να το μυστικό μου. Είναι πολύ απλό: Μόνο με την καρδιά βλέπεις αληθινά. Την ουσία δεν τη βλέπουν τα μάτια»

𝓜πάμπης 𝓚υριακίδης