Μολιέρος (Molière)

«Ο κατά φαντασίαν ασθενής» (1673)

Μολιέρος (Molière)

«Ο Ταρτούφος» (1664)

Μολιέρος (Molière)

«Ο αρχοντοχωριάτης» (1670)

Ουίλλιαμ Σαίξπηρ

«Όνειρο Θερινής Νυκτός»

Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα

«Ματωμένος Γάμος»

Αντουάν Ντε Σαιντ- Εξυπερύ

«Ο μικρός πρίγκηπας»

Αντόν Τσέχωφ

«Ένας αριθμός»

Ντάριο Φο

«Ο τυχαίος θάνατος ενός Αναρχικού»

Ευγένιος Ιονέσκο

«Ρινόκερος»

Μπέρτολτ Μπρεχτ

«Αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι»

723 Ποιητές - 8.176 Ποιήματα

Επιλογή της εβδομάδας..

Οδυσσέας Ελύτης, «Το Μονόγραμμα»

Θά πενθώ πάντα -- μ’ακούς; -- γιά σένα, μόνος, στόν Παράδεισο Ι Θά γυρίσει αλλού τίς χαρακιές  Τής παλάμης, η Μοίρα, σάν κλειδούχο...

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βρεττάκος Νικηφόρος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Βρεττάκος Νικηφόρος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Νικηφόρος Βρεττάκος, «Μόνωση»

Γεννήθηκα σε μια κορφή
που είχε μπροστά μια θάλασσα,
που είχε σιμά τον ουρανό
κ' ήταν σα θαύμα ονείρου.
Μα όταν η μάνα μου καλά
μ' είδε μες στην αγκάλη της,
φοβήθη και με πέταξε

Βιογραφία: Νικηφόρος Βρεττάκος (1912-1991)

Ο Νικηφόρος Βρεττάκος γεννήθηκε την 1 Ιανουαρίου 1912 στις Κροκεές της Λακωνίας. Ήταν το δεύτερο από τα έξι παιδιά του Κωνσταντίνου Βρεττάκου και της Ευγενίας Παντελεάκη. Τα νηπιακά του χρόνια τα πέρασε στην Πλούμιτσα, στο πατρικό του σπίτι. Το 1917, η οικογένειά του μετακόμισε στις Κροκεές, όπου γράφτηκε στο Δημοτικό σχολείο. Το 1923 γράφτηκε στο Γυμνάσιο Γυθείου, όπου φοίτησε με πολλές δυσκολίες. Να θυμίσουμε ότι στο ίδιο σχολείο, την περίοδο αυτή, φοιτούσε και ο Γιάννης Ρίτσος., και οι δύο άνδρες συνδέθηκαν με στενούς δεσμούς φιλίας. Το 1928, σε ηλικία

Νικηφόρος Βρεττάκος, «Οι μικροί γαλαξίες»

Πάνε κι έρχονται οι άνθρωποι πάνω στη γη.
Σταματάνε για λίγο, στέκονται ο ένας
αντίκρυ στον άλλο, μιλούν μεταξύ τους.
Έπειτα φεύγουν, διασταυρώνονται, μοιάζουν
σαν πέτρες που βλέπονται.
Όμως, εσύ,
δε λόξεψες, βάδισες ίσα, προχώρησες
μες από μένα, κάτω απ’ τα τόξα μου,

Νικηφόρος Βρεττάκος, «Μεταρσίωση»

Το πνεύμα μου, σαν ουρανός, σαν ωκεανός, σαν θάλασσα,
λύνεται απόψε στο άπειρο χωρίς να βρίσκει αναπαμό.
Τις ζώνες γύρω του έσπασε και ανατινάζεται θερμό
το πνεύμα μου σαν ουρανός, σαν ωκεανός, σαν θάλασσα.

Σαν γαλαξίας απέραντος το σύμπαν σέρνω στο χορό.

Νικηφόρος Βρεττάκος, «Χειμερινά σταφύλια»

Της πήραν τα παιχνίδια και τον εραστή της. Έσκυψε λοιπόν το κεφάλι και παρ’ ολίγον να πεθάνει. Μα τα δεκατρία ριζικά της σαν τα δεκατέσσερά της χρόνια εσπάθισαν τη φευγαλέα συμφορά. Κανείς δε μίλησε. Κανείς δεν έτρεξε να την προστατεύσει κατά των υπερποντίων καρχαριών που την είχαν ήδη ματιάξει όπως ματιάζει η μύγα ένα διαμάντι μια χώρα μαγεμένη. Κι έτσι ξεχάστηκε ανηλεώς αυτή η ιστορία όπως συμβαίνει κάθε φορά που ξεχνιέται από το δασοφύλακα το αστροπελέκι του στο δάσος.

Νικηφόρος Βρεττάκος, «Οι τρεις άστεγοι»

Μια χειμωνιά τρεις άστεγοι, που από τον πάγο σβήναν,
σε μια ταβέρνα που έκλεινε μπήκαν ορμητικοί.
Κι ενώ πολύ διψούσανε καθόλου αυτοί δεν πίναν,
αλλά το χώμα κοίταζαν κι οι τρεις τους σκεφτικοί.
Κι ο ταβερνιάρης που άλλοτε την ώρα αυτή σφαλούσε,
γιατί είχε σπίτι ερημικό και φαμελιά πολλή
να τούς ειπεί πως πέρασεν η ώρα δεν τολμούσε,

Νικηφόρος Βρεττάκος, «Της Σπάρτης οι πορτοκαλιές»

Της Σπάρτης οι πορτοκαλιές, χιόνι, λουλούδια του έρωτα,
άσπρισαν απ' τα λόγια σου, γείρανε τα κλαδιά τους
γιόμισα το μικρό μου κόρφο, πήγα και στη μάνα μου.

Κάθονταν κάτω απ' το φεγγάρι και με νοιάζονταν,

Νικηφόρος Βρεττάκος, «Αυγουστιάτικος άνεμος»

Είναι τόση η γαλήνη, που δεν ξέρω αν υπάρχουν
καρδιές χωριστές – τόσα μάτια, όσα βλέπουν
αυτή τη στιγμή: ζώα, ψάρια, φυτά και πουλιά
κι αδερφοί το στερέωμα, πάμφωτο, διάφανο, ανάμεσα
στην κάτασπρη γύρη του.

Νικηφόρος Βρεττάκος, «Ο άνθρωπος, ο κόσμος και η ποίηση»

Ἀνάσκαψα ὅλη τη γῆ νὰ σὲ βρῶ.
Κοσκίνισα μὲς τὴν καρδιά μου τὴν ἔρημο· ἤξερα
πὼς δίχως τὸν ἄνθρωπο δὲν εἶναι πλῆρες
τοῦ ἥλιου τὸ φῶς. Ἐνῷ, τώρα, κοιτάζοντας
μὲς ἀπὸ τόση διαύγεια τὸν κόσμο,

Νικηφόρος Βρεττάκος, «O πράσινος κήπος»

Ἔχω τρεῖς κόσμους. Μιὰ θάλασσα, ἕναν
οὐρανὸ κι ἕναν πράσινο κῆπο: τὰ μάτια σου.
Θὰ μποροῦσα ἂν τοὺς διάβαινα καὶ τοὺς τρεῖς,
νὰ σᾶς ἔλεγα
ποῦ φτάνει ὁ καθένας τους.

Νικηφόρος Βρεττάκος, «Οι μουσικοί αριθμοί»

Χωρίς τη μαθηματική τάξη, δε στέκει
τίποτα: Ούτε ουρανός έναστρος
ούτε ρόδο. Προπαντός ένα ποίημα.
Κι ευτυχώς ότι μ’ έκανε η μοίρα μου
γνώστη των μουσικών αριθμών,

Νικηφόρος Βρεττάκος, «Τα μάτια της Μαργαρίτας»

Βρήκα μέσα στα μάτια σου τα βιβλία που δεν έγραψα
Πεδιάδες, δάση, πολιτείες, ορίζοντες, κανάλια.
Βρήκα τ’ αυτοκρατορικά όρη της γης κι’ απάνω τους
τις δύσες με τα κόκκινα σύνεφα. Τα μεγάλα

Νικηφόρος Βρεττάκος, «Τα δεκατέσσερα παιδιά»

«… Εν αρχή ήν η αγάπη…» μελωδούσε γιομίζοντας
το γυμνό σου δωμάτιο μια παράξενη άρπα
καθώς σ’ έπαιρνε ο ύπνος και το χέρι σου, κρύο,
σαν κλωνί λεμονιάς σε νεκρό, αναπαύονταν

Νικηφόρος Βρεττάκος, «Το πιο καθαρό πράγμα της δημιουργίας»

Δεν ξέρω, μα δεν έμεινε καθόλου σκοτάδι.
Ο ήλιος χύθηκε μέσα μου από χίλιες πληγές.
Και τούτη τη λευκότητα που σε περιβάλλω
δε θα τη βρεις ούτε στις Άλπεις, γιατί αυτός ο αγέρας

Νικηφόρος Βρεττάκος, «Το αμίαντο χέρι»

Έφυγες με μισό χέρι για τον αγρό του Βοόζ
να μας στείλεις ένα ψωμί καλοζυμωμένο,
ζεστό, σαν την αγάπη της μάνας
που προσπαθεί να ζεστάνει του βρέφους της

Νικηφόρος Βρεττάκος, «Ένας μικρότερος κόσμος»

Ἀναζητῶ μίαν ἀκτὴ νὰ μπορέσω νὰ φράξω
μὲ δέντρα ἢ καλάμια ἕνα μέρος
τοῦ ὁρίζοντα. Συμμαζεύοντας τὸ ἄπειρο, νἄχω
τὴν αἴσθηση: ἢ πὼς δὲν ὑπάρχουνε μηχανὲς

Νικηφόρος Βρεττάκος, «Μες τη διαφάνεια του πρωινού»

Μὲς τὴ διαφάνεια τοῦ πρωινοῦ ἄνοιξα τὰ παράθυρά μου καὶ σ᾿ εἶδ᾿ ἀπ᾿ ὅλα τὰ 
σημεῖα χαρούμενη νὰ κατεβαίνεις, πλαγιὰ-πλαγιὰ τοὺς οὐρανούς, πλαγιὰ-πλαγιὰ τοὺς 
λόφους, σὰ νἄρχεσαι ἀπὸ τὴν ἀρχὴ κι ἀπ᾿ τὴν πηγὴ τοῦ κόσμου. Κουδούνια καὶ 
χαμόγελα τὸ φόρεμά σου

Νικηφόρος Βρεττάκος, «Σου στήνω μία καλύβα»

Ἀναζητῶ μίαν ἀκτὴ νὰ μπορέσω νὰ φράξω
μὲ δέντρα ἢ καλάμια ἕνα μέρος
τοῦ ὁρίζοντα. Συμμαζεύοντας τὸ ἄπειρο, νἄχω
τὴν αἴσθηση: ἢ πὼς δὲν ὑπάρχουνε μηχανὲς

Αντώνης Σαμαράκης (1919-2003)

«Το άγγελμα της ημέρας»

Μην πεις ποτέ σου: «Είναι αργά!» κι αν χαμηλά έχεις πέσει. κι αν λύπη τώρα σε τρυγά κι έχεις βαθιά πονέσει.

Κι αν όλα μοιάζουν σκοτεινά κι έρημος έχεις μείνει. μην πεις ποτέ σου: «Είναι αργά!» -τ' ακούς;- ό,τι  κι αν γίνει

Ο Μικρός Πρίγκιπας: «Αντίο», είπε η αλεπού. «Να το μυστικό μου. Είναι πολύ απλό: Μόνο με την καρδιά βλέπεις αληθινά. Την ουσία δεν τη βλέπουν τα μάτια»

𝓜πάμπης 𝓚υριακίδης