Μια μέρα με το σκούφο της νυκτός,
εβγήκε στ’ ουρανού το παραθύρι,
κι εκοίταζε αφρόντιστα ο Θεός
τους κόσμους και τους τόπους που είχε σπείρει.
«Μη χάθηκ’ η γη», είπε, και κοιτά
την είδε σε μια κόχη να γυρνά·
εγέλασε, κουνεί την κεφαλή,
και λέει με πονήρια και με χάρη:
«Αν ξέρουν το τι κάνουν εδ’ εκεί.
ο διάβολος, παιδιά μου, να με πάρει
να με πάρει».
εβγήκε στ’ ουρανού το παραθύρι,
κι εκοίταζε αφρόντιστα ο Θεός
τους κόσμους και τους τόπους που είχε σπείρει.
«Μη χάθηκ’ η γη», είπε, και κοιτά
την είδε σε μια κόχη να γυρνά·
εγέλασε, κουνεί την κεφαλή,
και λέει με πονήρια και με χάρη:
«Αν ξέρουν το τι κάνουν εδ’ εκεί.
ο διάβολος, παιδιά μου, να με πάρει
να με πάρει».




(1).jpg)
.png)
