Μολιέρος (Molière)

«Ο κατά φαντασίαν ασθενής» (1673)

Μολιέρος (Molière)

«Ο Ταρτούφος» (1664)

Μολιέρος (Molière)

«Ο αρχοντοχωριάτης» (1670)

Ουίλλιαμ Σαίξπηρ

«Όνειρο Θερινής Νυκτός»

Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα

«Ματωμένος Γάμος»

Αντουάν Ντε Σαιντ- Εξυπερύ

«Ο μικρός πρίγκηπας»

Αντόν Τσέχωφ

«Ένας αριθμός»

Ντάριο Φο

«Ο τυχαίος θάνατος ενός Αναρχικού»

Ευγένιος Ιονέσκο

«Ρινόκερος»

Μπέρτολτ Μπρεχτ

«Αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι»

☆ 723 Ποιητές - 8.176 Ποιήματα ☆

Επιλογή της εβδομάδας..

Οδυσσέας Ελύτης, «Το Μονόγραμμα»

Θά πενθώ πάντα -- μ’ακούς; -- γιά σένα, μόνος, στόν Παράδεισο Ι Θά γυρίσει αλλού τίς χαρακιές  Τής παλάμης, η Μοίρα, σάν κλειδούχο...

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κουαζίμοντο Σαλβατόρε. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κουαζίμοντο Σαλβατόρε. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σαλβατόρε Κουαζίμοντο (Salvatore Quasimodo), «Σχεδόν ερωτικό»

Στη δύση κιόλας γέρνει το ηλιοτρόπι,
και τη μέρα στο μάτι του γκρεμίζει
που όλο θαμπώνει. Ο θερινός πυκνώνει αέρας
και τα φύλλα, με τον πηχτό μαζί καπνό,
των ναυπηγείων κυρτώνει. Με ξερό ένα κύλισμα
νεφών και τρίξιμο αστροπελεκιών μεγάλο,
το ύστατο τ’ ουρανού παύει παιχνίδι. Ακόμα,

Σαλβατόρε Κουαζίμοντο (Salvatore Quasimodo), «Τώρα που η μέρα ανατέλλει»

Τέλειωσε η νύχτα κι η σελήνη
λιώνει αργά στον ουρανό
και βασιλεύει μέσα στα κανάλια.
Είναι τόσο θαλερός ο Σεπτέμβρης σ’ αυτούς
τους κάμπους, πράσινα είναι τα λιβάδια
σαν τις κοιλάδες, την άνοιξη, στο νότο.
Άφησα τους συντρόφους,

Σαλβατόρε Κουαζίμοντο (Salvatore Quasimodo), «Από το βράχο του Μπέργκαμο»

Άκουσες την κραυγή του πετεινού στον αέρα,
πίσω απ’ τα τείχη, πάνου απ’ τους πύργους
τους κρύους, από ένα φως που το αγνοούσες,
κραυγήν αιφνίδια ζωής, όμως και βούισμα
φωνών μες στα κελιά και κάλεσμα πουλιών,
που λες περιπολούν προτού η αυγή ροδίσει.
Και δεν είπες για σένα ούτε ένα λόγο.

Σαλβατόρε Κουαζίμοντο (Salvatore Quasimodo), «Άσυλο των πουλιών της νύχτας»

Εκεί ψηλά είναι ένα παραστρατημένο πεύκο
που σκύβει κι αφουγκράζεται την άβυσσο
με τον κορμό σαν τόξο λυγισμένο.
Άσυλο των πουλιών της νύχτας,
την ώρα τη βαθύτερη αντηχεί
από γοργά χτυπήματα φτερών.
Παρόμοια έχει κι η καρδιά μου μια φωλιά

Σαλβατόρε Κουαζίμοντο (Salvatore Quasimodo), «Σ’ έναν αντίπαλο ποιητή»

Πάνω στην άμμο της Γέλας που έχει το χρώμα του αχύρου
στεκόμουν παιδάκι στην όχθη της αρχαίας
ελληνικής θάλασσας με όνειρα πολλά στις σφιγμένες
γροθιές και στο στήθος μου. Εξόριστος εκεί ο Αισχύλος
μετρούσε στίχους και απελπισμένα βήματα,
σ’ εκείνο τον φλογισμένο κόλπο τον είδε ο αετός
κι ήρθε η τελευταία του ώρα. Άνθρωπε από το βορρά,

Σαλβατόρε Κουαζίμοντο (Salvatore Quasimodo), «Ο Μινώταυρος στην Κνωσσό»

Οι νέοι της Κρήτης είχαν λεπτή
μέση και στρoγγυλά πλευρά.
Ο Μινώταυρος μούγκριζε και γι' αυτούς στο λαβύρινθο.
Σοφία, η Αριάδνη, των αισθήσεων της Πασιφάης
που ξάφρισε κτηνώδεις εικόνες με τον ταύρο,
τον ταύρο που ξεπήδησε σαν Αφροδίτη απ' τη θάλασσα.
Αλλά η τέχνη, τα εργαλεία τοu ανθρώπου,

Σαλβατόρε Κουαζίμοντο (Salvatore Quasimodo), «Ισκαριώτης»

Κανείς ποτέ δεν έμαθε τι ήθελε η καρδιά σου
κλειστός όπως ήσουν,
κανείς ποτέ δεν έμαθε απ’ το νεκρό χαμόγελο
μέχρι τη ζωντανή λέξη που άνθιζε κι απόμενε
όπως ο σπόρος κι ο καρπός: αθάνατη.

Σαλβατόρε Κουαζίμοντο (Salvatore Quasimodo), «Η Προσευχή»

Γίνε αγαθός, αν θες ν’ ακούσεις τη φωνή μου,
και φίλησε το κατώφλι του σπιτιού σου.

Πάρε δύο λύχνους, ζεστούς όπως το στήθος των χελιδονιών,
και, κατά το λιόγερμα, όταν η όψη σου θα ’χει  το το λυκόφως τ’ ουρανού

Σαλβατόρε Κουαζίμοντο (Salvatore Quasimodo), «Μυκήνες»

Στων Μυκηνών το δρόμο το δενδρόφυτο
με ευκάλυπτους μπορείς να βρεις προβατίσιο
τυρί και κρασί ρετσινάτο «Στην ωραία Ελένη
του Μενελάου», ένα πανδοχείο

Σαλβατόρε Κουαζίμοντο (Salvatore Quasimodo), «Στη γη μου»

Ο ήλιος ξεσπά πρησμένος απ’ τον ύπνο
Και ουρλιάζουν τα δέντρα :
Με την περιπετειώδη μαρμαρυγή
Και την άγκυρα ξανά
Μέσα σου τραβηγμένη
Σαλπάρεις και οι πελαγίσιες εποχές
Γλυκά ξεβράζουν σε νεογέννητες ακτές.

Σαλβατόρε Κουαζίμοντο (Salvatore Quasimodo), «Τη νύχτα στην Ακρόπολη»

Μια νύχτα στην Αθήνα στην άσπρη θάλασσα
της Ακρόπολης η κουκουβάγια είπε Αθήνα.
Δεν ήταν κάλεσμα κακό, το φεγγάρι
κατάλευκο, ο γρανίτης σκληρός αφρός
κι ο ελαιώνας κοντά στο Ερέχθειο
σχημάτιζε κεκλιμένα κυματοειδή τρίγωνα,

Σαλβατόρε Κουαζίμοντο (Salvatore Quasimodo), «Και το φόρεμά σου είναι λευκό»

Έχεις σκύψει το κεφάλι και με κοιτάς·
και το φόρεμά σου είναι λευκό,
και το ένα σου στήθος ξεπροβάλλει μέσα από τη χαλαρή
δαντέλα του αριστερού σου ώμου.

Το φως με ξεπερνά· τρεμοπαίζει
και πέφτει στα γυμνά σου μπράτσα.

Σαλβατόρε Κουαζίμοντο (Salvatore Quasimodo), «Δελφοί»

Ένα φυτό, όχι δάφνη
η μυρτιά, κορμός
και φύλλα κοινά όπου μπολιάζονται,
μέσα από μεταμόρφωση, ψυχή και σύσταση
που το θάνατο θα δοκιμάσουν,
ούτε στους Δελφούς δεν υπάρχει.
Κι ούτε δάφνη υπάρχει για το χρησμό,

Αντώνης Σαμαράκης (1919-2003)

«Το άγγελμα της ημέρας»

Μην πεις ποτέ σου: «Είναι αργά!» κι αν χαμηλά έχεις πέσει. κι αν λύπη τώρα σε τρυγά κι έχεις βαθιά πονέσει.

Κι αν όλα μοιάζουν σκοτεινά κι έρημος έχεις μείνει. μην πεις ποτέ σου: «Είναι αργά!» -τ' ακούς;- ό,τι  κι αν γίνει

Ο Μικρός Πρίγκιπας: «Αντίο», είπε η αλεπού. «Να το μυστικό μου. Είναι πολύ απλό: Μόνο με την καρδιά βλέπεις αληθινά. Την ουσία δεν τη βλέπουν τα μάτια»

𝓜πάμπης 𝓚υριακίδης