τις λευκές νύχτες
Φόρεσα για καπέλο
το περσινό τραπεζομάντηλο·
αυτό που λησμόνησες
να κεντήσεις
Θά πενθώ πάντα -- μ’ακούς; -- γιά σένα, μόνος, στόν Παράδεισο Ι Θά γυρίσει αλλού τίς χαρακιές Τής παλάμης, η Μοίρα, σάν κλειδούχο...
Αύριο, σου είπα·
θα ’ρθω αύριο
Δε σε χωρούσε η νύχτα·
φόρεσες γρήγορα-γρήγορα το σώμα σου
και βάλθηκες να διασχίζεις ασταμάτητα
τους καθρέφτες του σπιτιού,
δίχως φανάρια
Θολά τα μάτια σου, στεγνά γνωρίζουν
Σκυμμένη στον χρόνο βήματα σέρνεις
Πίσω απ’ τις πλάτες σου δρόμους φωτίζουν
μνήμες που επίμονα τις γυροφέρνεις
Μ’ αργό το χέρι σου με πλησιάζεις
Μικρό το σπίτι σου χωρά τον κόσμο
Μέσα απ’ τον ύπνο σου θα με γνωρίσεις
σαν βρέφος που ‘κρυψες νύχτα στον κόρφο
Ο Μικρός Πρίγκιπας: «Αντίο», είπε η αλεπού. «Να το μυστικό μου. Είναι πολύ απλό: Μόνο με την καρδιά βλέπεις αληθινά. Την ουσία δεν τη βλέπουν τα μάτια»