Μολιέρος (Molière)

«Ο κατά φαντασίαν ασθενής» (1673)

Μολιέρος (Molière)

«Ο Ταρτούφος» (1664)

Μολιέρος (Molière)

«Ο αρχοντοχωριάτης» (1670)

Ουίλλιαμ Σαίξπηρ

«Όνειρο Θερινής Νυκτός»

Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα

«Ματωμένος Γάμος»

Αντουάν Ντε Σαιντ- Εξυπερύ

«Ο μικρός πρίγκηπας»

Αντόν Τσέχωφ

«Ένας αριθμός»

Ντάριο Φο

«Ο τυχαίος θάνατος ενός Αναρχικού»

Ευγένιος Ιονέσκο

«Ρινόκερος»

Μπέρτολτ Μπρεχτ

«Αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι»

☆ 723 Ποιητές - 8.176 Ποιήματα ☆

Επιλογή της εβδομάδας..

Οδυσσέας Ελύτης, «Το Μονόγραμμα»

Θά πενθώ πάντα -- μ’ακούς; -- γιά σένα, μόνος, στόν Παράδεισο Ι Θά γυρίσει αλλού τίς χαρακιές  Τής παλάμης, η Μοίρα, σάν κλειδούχο...

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κλιγκάτση Μαίρη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κλιγκάτση Μαίρη. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Μαίρη Κλιγκάτση, «αστική υπόθεση»

Η πόλη αυτή δεν μοιάζει με καμία άλλη. Την κατοι-
κούν άντρες και γυναίκες που υποστηρίζουν πως
θυμούνται το όνομά της. Και το δικό τους. Κήποι
γλείφουν τους δρόμους της φυτεμένοι κυπαρίσσια,
ελιές και νεράντζια: όλα λουσμένα χημικά και τάχα
γυαλισμένα. Κανείς από τους παροικούντες δεν
μπαίνει στον κόπο να κοιτάξει έστω και κάτι από αυ-
τά, κάπως να ζωντανέψει η μακρινή εκείνη Εδέμ.

Μαίρη Κλιγκάτση, «τα δόκανα»

Η Κατερίνα λέει πως οι μέρες τούτες είναι μέρες
αποκάλυψης. Τη διορθώνω. Είν' η ίδια η Αποκάλυ-
ψη. Η Άνοιξη ταιριάζει με την Κατερίνα: η Κατερίνα
δεν έχει αρσενικό· η Άνοιξη πληθυντικό. Κι οι δυο,
εκδοχές της Εύας που αναζητώ, μου μοιάζουν.
      Κι εσύ που με διαβάζεις, νομίζοντας πως είμαι
φεμινίστρια, με σκάβεις ήδη στο σχήμα της παγίδας
σου. Μην προσπαθείς: οι άνοιξες δεν είναι τα δόκα-

Μαίρη Κλιγκάτση, «Πλευρικά»

Η Εύα είχε κάποτε μια μάνα. Ποτέ δεν τη γνώρισε
μα ούτε και ποτέ ζήτησε να τη δει. Λογαριασμός δικός της.
Παρ’ όλα αυτά και για να συνεχίσω, έχω
μιαν απορία: τι όνομα συζύγου δηλώνει στην ταυτότητα
και ποιος είν’ ο πατέρας;
Λέει μάνα μόνο μάνα λέει και δείχνει πλευρό.

Μαίρη Κλιγκάτση, «Ρουθ/Βηρσαβεέ»

Θα πρέπει να πήγες να ήρθες, να είπες κυρίως ό,τι
θυμάσαι να είσαι / σου είπαν και εκείνοι πώς μοιάζεις, τι
χρώμα στα δάχτυλα έχεις εσύ και ποιο τα μαλλιά σου /
σου δείζαν πώς βράζει ο γέρος παππούς στο τσουκάλι
τα φρέσκα του ζώα, πώς κλείνει ο άνδρας τα μάτια
κοιτώντας τον ύπνο, πώς κλαίει η γυναίκα με γέλιο το
γέλιο / μας είπες σελίδες γραμμένες για εκείνες για

Μαίρη Κλιγκάτση, «το μήλο του Αδάμ»

Σε κάθε γιο που γένναγε χάριζε κι από ’να ασημένιο
μήλο. Του το κρεμούσε με λεπτή κλωστή απ’ το λαι-
μό. Κι έπειτα εξηγούσε:
Νά η φωνή σου, και νά η διαφορά μας και νά η
απόσταση που μας χωρίζει, αλλά για στάσου λίγο
εκεί, λίγο στο δέντρο αυτό ακούμπησε να σας τρα-
βήξω μια φωτογραφία.

Μαίρη Κλιγκάτση, «αυτός που δεν έγραψε ποιήματα»

Θυμάμαι να έραψα ξανά επάνω μου την πτώση.
Ας πούμε πως βαφτίστηκε
«Η βαρύτητα και η χάρη».
Κι ας πούμε πως τώρα εσύ αγγίζεις το βαρύ σου κεφάλι,
Και πέφτουμε και οι δυο κουρασμένοι
στα χέρια που
τώρα αγγίζουν το χρυσό σου κεφάλι.

Μαίρη Κλιγκάτση, «Λόγος Αποχρών»

Ρωτάς να μάθεις γιατί γράφω. Άκου, λοιπό, αφού
τόσο το θες:
Γράφω για να’χω να θυμάμαι όσα δεν άρθρωσα
από συστολή μπροστά στ’ ανομήματά σου.
Κατάλαβες, Κτήνος του Ουμανισμού με τα Επτά
Κεφάλια;
Από μια κλωστή κρατιέται η Ζωή σου κι ακόμα
αυνανίζεσαι.

Μαίρη Κλιγκάτση, «εθνική οδός»

Οι Κυριακές έχουν μια λύπη διαυγή• νερό κρυστάλλινο. Τα προσωπεία των ανθρώπων χασμουριούνται, οι ποιητές τάχα χαζεύουν στα παγκάκια αυτούς που έρχονται – αυτούς που πάνε, τρένα και λεωφορεία φορτωμένα μπαγάζια και υποψίες γλιστράν στις ρόδες τους σαν έμμηνα.

Μένει να ηχεί στη νύχτα ένας φάλτσος καταγραφέας χιλιομέτρων, ελαστικά που καίγονται σε επαρχιακό κόμβο θολώνουν τήν ατμόσφαιρα• έπειτα σιωπή οχυρωμένη σε απολήξεις τηλεφώνων.

Μαίρη Κλιγκάτση, «γη μία και τάφος»

Αυτοεξορίστηκαν, διώχτηκαν, φυγαδεύτηκαν,
κατηγορήθηκαν για πόρνες και μοιχαλίδες, τα πλευρά τους
έσχισε αίμα. Στις αφηγήσεις που τις αφορούν αναφέρεται
ή υπονοείται το ρήμα «γνωρίζω». Υπάκουσαν,
συνευρέθηκαν, κάποτε γέννησαν άνδρες μεγάλους και
σοφούς. Τα έμμηνά τους πλήρωσαν τη λίμνη της Φυλής.
Έπειτα άδειασαν. Ντύθηκαν γάζες, λούστηκαν νάρδο,

Μαίρη Κλιγκάτση, «Γυναίκα»

Αυτή που κάποτε ήταν Εύα, όταν κοιτάζει τον καθρέ-
φτη αισθάνεται πως είναι καθρέφτης του καθρέφτη
της. Όταν πλεξούδες πλέκει τα μαλλιά της θυμάται
τη μητέρα της κι όταν ο άντρας της έρχεται σπίτι τού
λέει πέρασε, πέρασε να σε χαρώ, όμως για πες
μου, η Κυριακή είναι πριν την Πέμπτη ή μετά την
Τρίτη;
Γυναίκα ή Εύα, Τρίτη, Πέμπτη ή Κυριακή: κάτι

Μαίρη Κλιγκάτση, «τα δηλόπορτα»

Υπάρχει ένα σημείο δεξιά στο στήθος
απ’ όπου μπαινοβγαίνει ο φόβος.
Η πύλη μου αυτή
ταΐζει τους συζύγους, τους πατέρες, τα μικρά μωρά μου
γάλα πάλλευκο χιόνι.
Αψηλάφητη είναι απ’ τους πολλούς
μυστική και ωραία,

Μαίρη Κλιγκάτση, «Μαρκίζα»

Κάποτε τελειώνουν τα προσχήματα.
Είναι σαν γη τα προσχήματα:
όσο πιο πολύ τη σκάβεις, τόσο βρίσκεις.
Και παίρνεις, παίρνεις απ’ τα σπλάχνα της:
νερά, κοιτάσματα, φλεβίτσες χρυσού και αιχμηρά διαμάντια.
Σου δίνει πάντα η γη: όσο τη σκάβεις τόσο σου δίνει.
Είναι προαιώνια υπόσχεση.
Σου δίνει, ώσπου να της δώσεις τον εαυτό σου.

Μαίρη Κλιγκάτση, «Λευκή»

Χορεύει τώρα με το χέρι υψωμένο, το χέρι διαβαστής
του χρόνου και δερβίσης της, κατάστικτο μαχαίρια,
ψαλίδια, τραύματα. Εδώ χορεύει τώρα τις γραμμές
στην απαλάμη της κι απάνω στο φτερό του ώμου της
φτερά μιας πεταλούδας πλευροκοπούν τους αντιπάλους.
Αφού ο κόσμος δεν είναι ιπτάμενος, δεν είναι
χορευτής. Ο κόπος, ξέρεις, δεν είναι κόσμος. Ο κόπος

Μαίρη Κλιγκάτση, «εργοστάσιο ευγονικής»

Στην κοιλιά μου έχω τουλάχιστον ένα σπόρι κάθε
περίπου ένα μήνα. Το μεγαλώνω στα νερά μου με-
σα προφυλαγμένο. Δεν ξέρω πώς τρύπωσε εκεί ού-
τε το βλέπω, μόνο το νιώθω σαν πρήζεται και ξύνει
σπίτι· μόνο του ιστορώ καθώς γερνά ακάμωτο συνή-
θως, πώς θα γεννιότανε αν μόνη μου δεν ήμουν.
Έπειτα πέφτει στα χάρτινά μου χέρια – λαχτάρα,
θρήνος, κόκκινα πανιά. Το παίρνω και το βάζω στην

Αντώνης Σαμαράκης (1919-2003)

«Το άγγελμα της ημέρας»

Μην πεις ποτέ σου: «Είναι αργά!» κι αν χαμηλά έχεις πέσει. κι αν λύπη τώρα σε τρυγά κι έχεις βαθιά πονέσει.

Κι αν όλα μοιάζουν σκοτεινά κι έρημος έχεις μείνει. μην πεις ποτέ σου: «Είναι αργά!» -τ' ακούς;- ό,τι  κι αν γίνει

Ο Μικρός Πρίγκιπας: «Αντίο», είπε η αλεπού. «Να το μυστικό μου. Είναι πολύ απλό: Μόνο με την καρδιά βλέπεις αληθινά. Την ουσία δεν τη βλέπουν τα μάτια»

𝓜πάμπης 𝓚υριακίδης