Δεν έχω έχθρα για κανέναν!
Όμως μέσα μου κοιμάται μια λύπη!
Πρόσεχε μην μου την ξυπνάς!
Κι η λύπη όταν την ξυπνάς γίνεται θάνατος!
Θά πενθώ πάντα -- μ’ακούς; -- γιά σένα, μόνος, στόν Παράδεισο Ι Θά γυρίσει αλλού τίς χαρακιές Τής παλάμης, η Μοίρα, σάν κλειδούχο...
Ο Άμλετ μπορεί να είναι ένα έργο πολιτικό ή φιλοσοφικό ή ποιητικό ή όλα μαζί ή τίποτε από αυτά, πλήρες ή ατελές, συγκλονιστικό ή αποτυχημένο -όμως σε καμία περίπτωση δεν μπορούμε, όπως και να τον μεταχειρισθούμε, να αμελήσουμε αυτή την ταραγμένη όσο και έντονα αισθητή σχέση του με το απόλυτο [...]. Το κεντρικό, θαρρώ, ερώτημα του Άμλετ «να ζεις ή να μη ζεις», που συμπυκνώνει (και θα έλεγα ακυρώνει, αναβάλλει) όλη του την αγωνία, υποκρύπτει ένα άλλο πιο θεμελιώδες, πολύ πιο αγωνιώδες -θα το ώριζα πρακτικό- ερώτημα: πώς να ζεις. Ο Άμλετ δεν έχει, δεν θα βρει ποτέ, τρόπο να ζήσει, από την έναρξη ως τη λήξη του δράματος, γιατί «καμμιά χρήση του κόσμου δεν είναι καλή». [...] (Γ. Χειμωνάς, από τον πρόλογο της έκδοσης)
1ο απόσπασμα, 1η πράξη, 2η σκηνή
Ο Μικρός Πρίγκιπας: «Αντίο», είπε η αλεπού. «Να το μυστικό μου. Είναι πολύ απλό: Μόνο με την καρδιά βλέπεις αληθινά. Την ουσία δεν τη βλέπουν τα μάτια»