Μολιέρος (Molière)

«Ο κατά φαντασίαν ασθενής» (1673)

Μολιέρος (Molière)

«Ο Ταρτούφος» (1664)

Μολιέρος (Molière)

«Ο αρχοντοχωριάτης» (1670)

Ουίλλιαμ Σαίξπηρ

«Όνειρο Θερινής Νυκτός»

Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα

«Ματωμένος Γάμος»

Αντουάν Ντε Σαιντ- Εξυπερύ

«Ο μικρός πρίγκηπας»

Αντόν Τσέχωφ

«Ένας αριθμός»

Ντάριο Φο

«Ο τυχαίος θάνατος ενός Αναρχικού»

Ευγένιος Ιονέσκο

«Ρινόκερος»

Μπέρτολτ Μπρεχτ

«Αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι»

723 Ποιητές - 8.176 Ποιήματα

Επιλογή της εβδομάδας..

Οδυσσέας Ελύτης, «Το Μονόγραμμα»

Θά πενθώ πάντα -- μ’ακούς; -- γιά σένα, μόνος, στόν Παράδεισο Ι Θά γυρίσει αλλού τίς χαρακιές  Τής παλάμης, η Μοίρα, σάν κλειδούχο...

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ράινερ Ρίλκε. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ράινερ Ρίλκε. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Ράινερ Ρίλκε (Rainer Maria Rilke), «Η Κοίμηση της Μαρίας»

Ι
Ο ίδιος μέγας Άγγελος, που κάποτε της έφερε
το άγγελμα της Σύλληψης, στεκόταν στο δωμάτιο,
προσμένοντας το βλέμμα της πάνω του να γυρίσει˙
και είπε: ο καιρός της Αναλήψεώς σου ήλθε.
Κι εκείνη τρόμαξε όπως τότε˙ πάλι
πρόσφερε τον εαυτό της:

Ράινερ Ρίλκε (Rainer Maria Rilke), «Οι σημειώσεις του Μάλτε Λάουριντς Μπρίγκε» (απόσπασμα)

1
11 Σεπτεμβρίου, rue Toullier.

Ώστε, λοιπον, οι ανθρωποι ἔρχονται ἐδῶ γιὰ νὰ ζήσουν, ἐγὼ θὰ ἔλεγα πὼς ἔρχονται γιὰ νὰ πεθάνουν. Βρέθηκα ἔξω. Εἶδα: νοσοκομεῖα. Εἶδα ἕναν ἄνθρωπο ποὺ ταλαντευόταν καὶ σωριάστηκε. Ὁ κόσμος μαζεύτηκε γύρω του κι αὐτὸ μὲ ἀπάλλαξε ἀπὸ τὰ ὑπόλοιπα. Εἶδα μιὰ ἔγκυο. Προχωροῦσε μὲ δυσκολία ἀκουμπώντας σ’ ἕναν ψηλό, ζεστὸ τοῖχο, ψηλαφώντας

Ράινερ Ρίλκε (Rainer Maria Rilke), «Το Βιβλίο των Εικόνων»

Όποιος, τώρα, κλαίει κάπου στον κόσμο,
Δίχως αιτία καμία κλαίει στον κόσμο,
Κλαίει για μένα.

Όποιος, τώρα, γελά κάπου στη νύχτα,
Δίχως αιτία γελά μέσα στη νύχτα
Με περιπαίζει.

Ράινερ Ρίλκε (Rainer Maria Rilke), «Ώρα Σοβαρή»

Όποιος, τώρα, κλαίει κάπου στον κόσμο,
Δίχως αιτία καμιά κλαίει στον κόσμο,
κλαίει για μένα.

Όποιος, τώρα, γελά κάπου στην νύχτα,
Δίχως αιτία, γελά μέσα στην νύχτα,

Ράινερ Ρίλκε (Rainer Maria Rilke), «Η μοναξιά είναι σαν μια βροχή..»

Η μοναξιά, είναι σαν μια βροχή.
Από τη θάλασσα στη βραδινή μουντάδα ανεβαίνει
ή από κάμπους που΄ ναι μακρινοί και απομονωμένοι
και πάει στους ουρανούς, που στέκουν πάντα μοναχοί –
κι ύστερα από εκεί, στην πόλη πέφτει σαν βροχή.

Ράινερ Ρίλκε (Rainer Maria Rilke), «Τα νησιά των Σειρήνων»

Όταν σ’ αυτούς, που τον φιλοξενούσαν,
αργά, μετά τη μέρα τους, καθώς τον ρωτούσαν
για τα ταξίδια και τους κινδύνους του, γαλήνια
αφηγότανε: δεν ήξερε ποτέ

Ράινερ Ρίλκε (Rainer Maria Rilke), «Φθινόπωρο»

Τα φύλλα πέφτουν, πέφτουν λες από ψηλά,
 σαν να ξεράθηκαν οι κήποι τ' ουρανού·
 πέφτουν με μι' άρνηση στο στόμα του κενού.

Ράινερ Ρίλκε (Rainer Maria Rilke), «Νεκροτομείο»

Νά τοι, παραταγμένοι, λες και πρέπει
  να τους δοθεί κι εδώ ένας ρόλος για να παίξουν,
  ώστε όλο αυτό το ψύχος που τους δρέπει,
  την παρουσία του άλλου δίπλα τους ν' αντέξουν·

Ράινερ Ρίλκε (Rainer Maria Rilke), «Ορφεύς, Ευρυδικη, Ερμής»

Αυτό ήταν των ψυχών το εξαίσιο μεταλλείο.
Καθώς το σιωπηλό μετάλλευμα του αργύρου
μέσα απ’ τις φλέβες του πηγαίνει, έτσι κι εκείνοι
μέσα από το σκοτάδι του πηγαίνουν. Από ρίζες μέσα

Ράινερ Ρίλκε (Rainer Maria Rilke), «Φτωχοί δεν είναι· μονάχα στερημένοι βασικών αγαθών..»

Φτωχοί δεν είναι·
μονάχα στερημένοι βασικών αγαθών
κι αφημένοι στην τύχη, δίχως δύναμη και δίχως θέληση.
Είναι σημαδεμένοι απ’ τη σφραγίδα μιας αγωνίας δίχως όνομα
γυμνωμένοι απ’ όλα, ακόμη κι απ’ το νόημα της φτώχειας τους.

Ράινερ Ρίλκε (Rainer Maria Rilke), «Η φτωχοί είναι σιωπηλοί σαν πράγματα..»

κι αν έρμαια των δρόμων μια εστία τους υποδεχτεί
παίρνουν μια θέση ταπεινά σαν πρόσωπα οικεία
κι ανακατεύονται στις ακαθόριστες σκιές του σκηνικού,
σβήνοντας στη λησμονιά σαν εργαλεία παρατημένα.

Ράινερ Ρίλκε (Rainer Maria Rilke), «Η μοναξιά»

Ἡ μοναξιά εἶναι μιά βροχή — πού σκαρφαλώνει
ἀπ’ τά πελάγινα νερά ὅταν νυχτώνει
ἤ ἀπό μιά πεδιάδα ἀλαργινή καί μόνη,
πάει πρός τόν οὐρανό πού πάντα τήν περιέχει
καί ἀπό ἐκεῖ, πιά σάν βροχή, στήν πόλη: β ρ έ χ ε ι.

Ράινερ Ρίλκε (Rainer Maria Rilke), «Requiem για μια φίλη»

 Έχω τους νεκρούς μου, και τους άφησα να φύγουν,
κι απόρησα βλέποντας τους τόσο ευχαριστημένους,
τόσο γρήγορα εξοικειωμένους με το να είναι νεκροί, τόσο χαρούμενους,
τόσο διαφορετικούς από την φήμη τους. Μόνο εσύ

Ράινερ Ρίλκε (Rainer Maria Rilke), «Έξι ποιήματα για τη Λου Αντρέας – Σαλομέ»

Τραγούδι πρώτο
….Βράδυ. Μια κοπέλα καθόταν
Στην ακροθαλασσιά, έτσι όπως
μια μάνα κάθεται δίπλα στο μικρό της.
Τραγουδούσε μα τώρα ακούει

Ράινερ Ρίλκε (Rainer Maria Rilke), «Στη Λου μου»

Σαν έτοιμος στέργω κοντά σου
κι ήρεμα χαμογελώ που σφάλλεις.
Ξέρω, με τη μοίρα θα τα βάλεις
όταν θα μείνεις μοναχιά σου.
Θε να ξαναγυρέψεις πάλι.

Ράινερ Ρίλκε (Rainer Maria Rilke), «Αρχαϊκός κορμός Απόλλωνος»

Δεν το γνωρίσαμε το ανήκουστο κεφάλι
όπου μεστώναν των ματιών του οι βολβοί.
Όμως το στήθος του φλογίζει σαν κερί
κι εκεί το βλέμμα, ριζωμένο τώρα σ’ άλλη

Ράινερ Ρίλκε (Rainer Maria Rilke), «Εμπειρία θανάτου»

Δεν ξέρουμε τίποτα γι' αυτή την αναχώρηση, αφού
     δεν μας κοινοποιεί. Δεν έχουμε κανένα λόγο
     να δείχνουμε θαυμασμό και αγάπη ή μίσος
     στον θάνατο, τον οποίο εκείνη η μάσκα

Ράινερ Ρίλκε (Rainer Maria Rilke), «Τί θ’ απογίνεις, Θέ µου, αν πεθάνω…»

Τι θ’ απογίνεις, Θε µου, αν πεθάνω;
Εγώ είμαι το κανάτι σου (αν σπάσω;)
Εγώ είμαι το ποτό σου (αν πικράνω;)
Εγώ είμαι το έργο σου και το ένδυµά σου,
µαζί µου θα χαθεί το νόηµά σου.

Ράινερ Ρίλκε (Rainer Maria Rilke), «Ο πάνθηρας»

Μέσα στα κάγκελα καθώς στριφογυρίζει,
απόκαμε το βλέμμα του, εικόνα δεν κρατά.
Τον περιζώνουν χίλια κάγκελα νομίζει,
και παραπέρα τίποτε, ο κόσμος σταματά.

Αντώνης Σαμαράκης (1919-2003)

«Το άγγελμα της ημέρας»

Μην πεις ποτέ σου: «Είναι αργά!» κι αν χαμηλά έχεις πέσει. κι αν λύπη τώρα σε τρυγά κι έχεις βαθιά πονέσει.

Κι αν όλα μοιάζουν σκοτεινά κι έρημος έχεις μείνει. μην πεις ποτέ σου: «Είναι αργά!» -τ' ακούς;- ό,τι  κι αν γίνει

Ο Μικρός Πρίγκιπας: «Αντίο», είπε η αλεπού. «Να το μυστικό μου. Είναι πολύ απλό: Μόνο με την καρδιά βλέπεις αληθινά. Την ουσία δεν τη βλέπουν τα μάτια»

𝓜πάμπης 𝓚υριακίδης