έχω κατεβάσει
περιμένοντας να γίνει
κάτι της προκοπής.
Ούτε που ξέρω πόσο κρασί, πόσο ουίσκι,
πόση μπύρα
– μπύρα ιδίως –
Θά πενθώ πάντα -- μ’ακούς; -- γιά σένα, μόνος, στόν Παράδεισο Ι Θά γυρίσει αλλού τίς χαρακιές Τής παλάμης, η Μοίρα, σάν κλειδούχο...
ΠΡΟΛΟΓΟΣ του συγγραφέα: Πέρασε πάνω από ένας χρόνος από τότε που κάπου στο Λος Άντζελες ο Τζων Μπράυαν ξεκίνησε την έκδοση της περιθωριακής εφημερίδας ΟΠΕΝΣΙΤΥ. Η αρχή έγινε στο πίσω δωμάτιο ενός σαραβαλιασμένου σπιτιού που είχε νοικιάσει, και σύντομα εξαπλώθηκε και στα άλλα δωμάτια του σπιτιού. Τελικά κάποια μέρα τα μάζεψε και κατέβηκε στο κέντρο της πόλης, στη λεωφόρο Μέλροουζ. Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι ο Τζων έλυσε κι όλα τα προβλήματά του. Γιατί ναι μεν ο αριθμός πωλήσεων της εφημερίδας ανέβηκε αλλά δεν έρχονταν αρκετές αγγελίες. Επιπλέον τότε η Λος Άντζελες Φρη Πρεςς εγκαταστάθηκε στην πιο κυριλέ συνοικία κι έπαιρνε όλες
μου φάνηκε ότι είδα εκείνη με τα μακριά
καστανά μαλλιά να στέκεται δίπλα στον πάγκο του
καφέ.
φορούσε σκούρα γυαλιά.
κρύβοντας το πρόσωπό μου, πήρα την κυλιόμενη σκάλα
κατέβηκα στον πρώτο
όροφο και χάθηκα μέσα στο
πλήθος.
Καθώς πηγαίνω προς τις κυλιόμενες
Είναι μπροστά μου
Ένας νεαρός με μια όμορφη κοπέλα
Η κοπέλα φοράει κολλητό παντελόνι και μπλούζα.
Καθώς ανεβαίνουμε βάζει το ένα πόδι
Στο πιο πάνω σκαλί κι ο πισινός της
Προβάλλει υπέροχα.
Ο νεαρός κοιτάζει γύρω του
Ο Μικρός Πρίγκιπας: «Αντίο», είπε η αλεπού. «Να το μυστικό μου. Είναι πολύ απλό: Μόνο με την καρδιά βλέπεις αληθινά. Την ουσία δεν τη βλέπουν τα μάτια»