Σε βλέπω να πίνεις σε κάποια πηγή με γαλάζια μικρούλικα
χέρια – όχι, τα χέρια σου δεν ήταν μικρούλικα
μικρά ήταν κι η πηγή στη Γαλλία
απ’ όπου μου έγραψες εκείνο το τελευταίο γράμμα σου
και σου απάντησα, κι έκτοτε πια δεν έλαβα νέα σου
.Συνήθως έγραφες μουρλά ποιήματα γι’ ΑΓΓΕΛΟΥΣ ΚΑΙ ΘΕΟΥΣ,
όλα τους “Παράφρονα”·
και γνώριζες διάσημους καλλιτέχνες, κι οι πιο πολλοί
ήταν εραστές σου και σου απάντησα πως ‘ντάξει,
προχώρα, μπες στη ζωή τους. Δεν ζηλεύω
χέρια – όχι, τα χέρια σου δεν ήταν μικρούλικα
μικρά ήταν κι η πηγή στη Γαλλία
απ’ όπου μου έγραψες εκείνο το τελευταίο γράμμα σου
και σου απάντησα, κι έκτοτε πια δεν έλαβα νέα σου
.Συνήθως έγραφες μουρλά ποιήματα γι’ ΑΓΓΕΛΟΥΣ ΚΑΙ ΘΕΟΥΣ,
όλα τους “Παράφρονα”·
και γνώριζες διάσημους καλλιτέχνες, κι οι πιο πολλοί
ήταν εραστές σου και σου απάντησα πως ‘ντάξει,
προχώρα, μπες στη ζωή τους. Δεν ζηλεύω
που δεν συναντηθήκαμε ποτέ. Κάποτε ήρθαμε πολύ κοντά,
στη Νέα Ορλεάνη, μισό τετράγωνο, μα δε συναντηθήκαμε ποτέ –
ποτέ δεν αγγιχτήκαμε.
Έτσι, πήγες εσύ με τους διάσημους, κι έγραψες
για τους διάσημους και, βέβαια, βρήκες πως εκείνο που τους ενοχλεί
είναι η φήμη τους κι όχι το όμορφο κορίτσι, στο κρεβάτι τους,
που τους δίνει ό,τι τους δίνει κι ύστερα ξυπνά
το πρωί για να γράψει μουρλά ποιήματα γι’ Αγγέλους και Θεούς.
Ξέρουμε πως ο Θεός έχει πεθάνει -μας το ‘παν- μα
διαβάζοντάς σε δεν ήμουν τόσο σίγουρος πια!
Ίσως ήταν η Παραφροσύνη!
Ήσουν μια από τις καλύτερες ποιήτριες κι είπα στους εκδότες
“Εκδώστε την! Εκδώστε την. Είναι τρελή μα ωστόσο μαγευτική.
Δεν υπάρχει τίποτε το ψεύτικο στο πάθος της”.
Σ’ αγάπησα όπως μπορεί ένας άντρας ν’ αγαπήσει
μια γυναίκα που δεν άγγιξε ποτέ του,
παρά μονάχα γράφοντάς της, φυλάγοντας μικρές φωτογραφίες της.
Θα σ’ είχα αγαπήσει πιο πολύ αν καθόμουν σ’ ένα μικρό δωμάτιο,
στρίβοντας τσιγάρο και ακούγοντάς σε να κατουράς στο μπάνιο.
Όμως αυτό δεν έγινε. Τα γράμματά σου
γίνονταν όλο και πιο θλιμμένα.
Οι εραστές σου σε ξεφορτώθηκαν. Κοριτσάκι – στο έγραψα – όλοι
οι εραστές σε ξεφορτώνονται. Δε σε βοήθησα.
Είπες πως είχες ένα θλιμμένο παγκάκι κι ήταν σε μια γέφυρα
κι η γέφυρα ήταν σ’ ένα ποτάμι, κι εσύ καθόσουν στο παγκάκι
των στεναγμών κάθε βράδυ,
κι έκλαιγες για τους εραστές που σε πλήγωσαν
και σε ξέχασαν. Σου απάντησα, μα
δεν πήρα νέα σου ποτέ πια.
Ένας φίλος μου ‘γραψε για την αυτοκτονία σου 3-4 μήνες
μετά. Αν σ’ είχα συναντήσει ίσως να μη σε πίστευα κι εσύ
το ίδιο. Καλύτερα έτσι.
~
Η αγάπη είναι ένας σκύλος απ’ την κόλαση
Μετάφραση: Γιώργος Μπλάνας
Εκδόσεις: Απόπειρα 1986)
Εκδόσεις: Απόπειρα 1986)