στον χρόνο.
Μέσα στο τούνελ
το σκοτάδι
τα πρόσωπα ψηλαφίζει,
τα ξεχωρίζει,
εκείνα τα διαλεχτά
Θά πενθώ πάντα -- μ’ακούς; -- γιά σένα, μόνος, στόν Παράδεισο Ι Θά γυρίσει αλλού τίς χαρακιές Τής παλάμης, η Μοίρα, σάν κλειδούχο...
Τι απαντάς στο εκκωφαντικό κενό;
Η άρνηση σαν αντίλαλος γυρίζει
και εσύ με άδειες κόγχες και ανοιχτό
στόμα
φωνήεντα ψάχνεις να γκρεμίσεις
στο φαράγγι.
Δε σου απέμεινε παρά να μιμηθείς
το κρώξιμο των όρνιων.
Δεν είναι ο άνεμος
που διώχνει την άμμο
αλλά εκείνες οι οξείες γωνίες
ανάμεσα στα δάχτυλά σου,
αυτές που σαν διαβήτης
γύρω από τον αφαλό
χόρευαν
Σχεδόν με σπασμούς έφτυνε τα κρακ
που είχε μέσα της με προσοχή συλλέξει.
Μεταλλικός ο ήχος τους στο πάτωμα.
Ξέρεις πώς γρατζουνούν τα σωθικά
οι τσακισμένες προσδοκίες;
Πόση στωικότητα να κρύβει μια παρ’ ολίγον τέλεια τελεία
εθισμένη σε ορθές γωνίες…
Σε βλέπω
με βλέπεις.
Δεν μπορώ να σε αγγίξω.
Είναι αυτός ο ήχος
προάγγελος
που τη σιωπή σε θρύψαλα
θα σπάσει.
Τρεις τελείες,
η μία ακολουθεί την άλλη.
Όλες σκυφτές, ταπεινωμένες.
Η μια κοιτά την πλάτη της άλλης,
όλες έκπληκτες, ξαφνιασμένες.
Δεν περίμεναν το τέλος
τόσο γρήγορα, τόσο αιφνίδια.
κουλουριασμένη σαν έμβρυο
βαθιά στη μήτρα της λήθης.
Σε μια υγρή μοναξιά
βυθισμένη.
Τρέφομαι με τον πλακούντα
της άρνησης.
Τρέμω στις κραυγές από εκεί
Κανείς δεν υποπτεύεται τα απτά
Εκείνη την καταχνιά που αξημέρωτα
στα πρόσωπα κατακάθεται
και γεμίζει τους πόρους
σε σκοτεινές διαδρομές εντός
της σάρκας.
Ο Μικρός Πρίγκιπας: «Αντίο», είπε η αλεπού. «Να το μυστικό μου. Είναι πολύ απλό: Μόνο με την καρδιά βλέπεις αληθινά. Την ουσία δεν τη βλέπουν τα μάτια»