Είμαι ο Κανένας. Εσύ ποιος είσαι;
Είσαι κι εσύ ο Κανένας;
ΕΜΙΛΥ ΝΤΙΚΙΝΣΟΝ
Ο ποιητής καλπάζω με ίππο τις σελίδες
πάνω στη χλόη της Έμιλυ – είμαι κι εγώ ο Κανένας;
Αχ Έμιλυ, πόσο απαλή η ματαιότητα
όταν σε σέρνει στον εαυτό σου.
Θά πενθώ πάντα -- μ’ακούς; -- γιά σένα, μόνος, στόν Παράδεισο Ι Θά γυρίσει αλλού τίς χαρακιές Τής παλάμης, η Μοίρα, σάν κλειδούχο...
Είμαι ο Κανένας. Εσύ ποιος είσαι;
Είσαι κι εσύ ο Κανένας;
ΕΜΙΛΥ ΝΤΙΚΙΝΣΟΝ
Ο ποιητής καλπάζω με ίππο τις σελίδες
πάνω στη χλόη της Έμιλυ – είμαι κι εγώ ο Κανένας;
Αχ Έμιλυ, πόσο απαλή η ματαιότητα
όταν σε σέρνει στον εαυτό σου.
Έτσι συνέβη. Εκστατική ήμουν.
(H ανάμνηση, στίχοι-μυοσωτίδες του ποιητή.)
Στο σώμα του αναπαύτηκα για μια στιγμή.
Ήταν μοιραίο. Για κείνον εξέπεσα από τις αγγελικές μονές
σε καζάνια και ξαφνικές κολάσεις, για κείνον ξέχασα
όλα όσα ήμουν, με τέσσερα πόδια κολλητά
έπαιξα το τέρας του Καρυωτάκη.
Είναι παράξενη γιορτή τα δάχτυλα του
ανθρώπου -παράξενη
η δοτικότητα των χεριών·
διότι με τα χέρια φωτίζεις αυτό που
στο τέλος πάντα επιστρέφει.
Και δεν είναι πράγμα το κάτι αυτό
όπως θα έλεγες -πράγμα των χεριών.
Ο Μικρός Πρίγκιπας: «Αντίο», είπε η αλεπού. «Να το μυστικό μου. Είναι πολύ απλό: Μόνο με την καρδιά βλέπεις αληθινά. Την ουσία δεν τη βλέπουν τα μάτια»