Ένας αέρας φυσούσε κείνο το βράδυ η δημοσά φειδοσέρνονταν ατέλειωτη -σαν μια αιωνιότη- στον κάμπο· εβουίζαν οι καλαμιές, κρύο έκανε. Και αυτός προχωρούσε.
Ήταν παραδομένος στο δρόμο του, σαν ο στραβός στο αιώνιο σκοτάδι· πήγαινε, σαν μια ψυχή μες' στην ερημιά του χρόνου. Τον είχαν παραξηγήσει οι άνθρωποι· η σκόνη τον είχε κάμει κατάσπρο, κι ο δρόμος -θεέ μου ο δρόμος- ποτέ δε θα τέλειωνε.




(1).jpg)
.png)
