να γράφονταν / από την άλλη μεριά /
αγγελτηρίων / θανάτου...»
Ν. ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ
αυτή που με κρατούσε
ανάμεσα στο σκοτάδι και στο φως,
Θά πενθώ πάντα -- μ’ακούς; -- γιά σένα, μόνος, στόν Παράδεισο Ι Θά γυρίσει αλλού τίς χαρακιές Τής παλάμης, η Μοίρα, σάν κλειδούχο...
Όπως μπαίνεις και προχωρείς στην αίθουσα,
σ’ αρπάζουν οι καθρέφτες
και σου τραβούν τη μύτη και τ’ αφτιά.
Σου χώνουν το κεφάλι μες στους ώμους,
σου παίρνουν το κεφάλι από τους ώμους.
μακραίνεις και μικραίνεις ετοιμόρροπος
στην κορυφή δυο ξύλινων ποδιών.
Στο Γιάννη Μπακογιαννόπουλο
Τώρα μπορούμε να δρέψουμε πάλι τ’ αποκαΐδια της πυρκαγιάς,
κρατώντας ακόμα στα μάτια μας το φάσμα της πλάνης,
σφίγγοντας ακόμα στα χέρια μας το σχήμα της απάτης.
Μια σύντομη αστραπή, που σε βυθίζει στο σκοτάδι.
Ο Μικρός Πρίγκιπας: «Αντίο», είπε η αλεπού. «Να το μυστικό μου. Είναι πολύ απλό: Μόνο με την καρδιά βλέπεις αληθινά. Την ουσία δεν τη βλέπουν τα μάτια»