Φωνάζοντας σαν τ’ αγρίμια…
Πόσες…; Που κλεφτά τη νύχτα
Ονειρευόμαστε ν’ αλλάξει στέκι το φεγγάρι
Πόσα να ’ναι τα μετρήματα
Των θερινών αστερισμών
Θά πενθώ πάντα -- μ’ακούς; -- γιά σένα, μόνος, στόν Παράδεισο Ι Θά γυρίσει αλλού τίς χαρακιές Τής παλάμης, η Μοίρα, σάν κλειδούχο...
Αόρατο παιδί
προσπερνάει τους τοίχους του νηπιαγωγείου,
βγάζει ως ήχο το σχήμα του ελαφιού
που κατασπαράζει τη μητέρα.
Ύποπτος άνεμος
που καταφεύγει στην ιδέα για τη λύτρωση.
Κοίταξέ τον,
πώς κάνει έτσι ο λυσσασμένος
για έναν καλύτερο κόσμο.
Κοίταξέ το
το ευτυχισμένο αγρίμι.
Είπες,
ο πνιγμός θα είναι πάντα ένας πνιγμός
δίχως άλλους συντελεστές.
Αν είναι που πονάμε ακόμα
είναι γιατί φοράμε ένα δάχτυλο που δεν καίγεται,
είναι γιατί κοιτάμε προς τα πίσω ένα αύριο.
Είπες,
Όπως
και να ξέρεις ν’ αγαπάς
η
απόλυτη ηδονή είναι
το
να μετατρέπεις τον χειμώνα
σε
Όσο κι αν εξαπατήθηκα απ' την βροχή
θα επιμείνω κι άλλο.
Παρόλο που ζούμε μια τραγωδία,
αυτό το σούρουπο αισθάνομαι μια γλύκα αλλιώτικη!
Και επειδή έχω μια μανία να γλιτώνω απ' το φθινόπωρο
ξεχνάω τις αντοχές μου.
Ούτε μια στιγμή δεν μας έχουν αφήσει να ζήσουμε,
Η μελαγχολία μου
δεν συνέβη έτσι απρόσμενα.
Περνώ ανάμεσά σας
αντικριστά και κάπως ηρωικά
με επιθυμίες αρχέτυπου θαύματος.
Δεν παρίσταμαι.
Ωραίο όνειρο η τόλμη,
τραύμα
που φυγαδεύτηκε σε βουνοκορφές
Γυρνάω σπίτι ρημαγμένη.
Θέλει αφοσίωση αυτό που κάνω
να φροντίζω την πληγή να μην την κλείσεις.
Βλέπεις;
Θέλω να ξανάρθεις να προσποιηθούμε τους ερωτευμένους
και ας μην είναι κανείς μας.
Επιλέγω φως μοναχικό.
Θα 'ρθεις;
Τ’ άστρα τα θελήσαμε
για να μας λείπει κάτι όμορφο.
Υψίστως, ορθά
ή πλαγιαστά
-με κεφαλαία γράμματα
προς την πανσέληνο ή μη-
είμαστε ολομόναχοι.
Ο Μικρός Πρίγκιπας: «Αντίο», είπε η αλεπού. «Να το μυστικό μου. Είναι πολύ απλό: Μόνο με την καρδιά βλέπεις αληθινά. Την ουσία δεν τη βλέπουν τα μάτια»