να επαναλαμβάνει
τ’ όνομά μου
χιλιάδες φορές
η
φωνή της
έφτιαξε με
Θά πενθώ πάντα -- μ’ακούς; -- γιά σένα, μόνος, στόν Παράδεισο Ι Θά γυρίσει αλλού τίς χαρακιές Τής παλάμης, η Μοίρα, σάν κλειδούχο...
Το βράδυ
Το άγαλμα του κήπου
Τελικά με βρήκε στο όνειρό μου
Και άρχισε να μου μιλάει
Για την ματαιότητα και
Για τον κόσμο
Που δύσκολα χωράει σ’ ένα ποίημα
Όταν πια βρεθώ στον τόπο μου
θα είμαι περίπου εκατό χρονών
τη νύχτα που θα πέσω να κοιμηθώ
πρέπει να πω στον Τζων ότι δεν χρειάζεται
σαξόφωνο για το βραδινό σιωπητήριο
παρά μόνον ένας επίδεσμος στα μάτια
τα στήθη της και η τρομπέτα του Μάιλς
Κάτω απ' τη σάρκα μου
σκοτεινοί - άγνωστοι
υπογράφουν τη μοναξιά μου
εργάζονται ως εσώτερη ρωγμή
πέρα από τον νόμο της ζωής
και της ηλεκτρικής σιωπής τους
Η βροχή έφερε στάχτη
επέστρεψε σαν πέπλο
το γκρίζο παρελθόν
οι τάφοι χρόνια ανοιχτοί
ξεκοιλιασμένοι
Πάντα στο ίδιο μέρος
στο ίδιο μέρος σε συναντώ—
γωνία Παύλου Μελά και Ομονοίας
Να περιμένεις στον πολύ ήλιο
με μια πελώρια ζωγραφιά στον ώμο
«Υπέρκοσμο ξεμυάλισμα
ευλογεί την βραδινή παλίρροια
-θα το πάρω με το μέρος σου-
Τέτοια φαντασία
κάνει το συναίσθημα να γλιστρά κανονικά
-είναι με το μέρος σου-
Παράδεισοι χωρίς αισθήματα – Ι
Μέσα στη νύχτα την έτοιμη να εκραγεί
όλα είναι ατσάλι και αυτοσχέδια βόμβα
ναρκωμένα πρόσωπα από αβοήθητα χέρια
προσπαθούν κάτι να κρύψουν
επιλέγοντας μια σκοτεινιά μεγαλύτερη
Χτίζω το Μουσείο του Έρωτα
στον ωκεανό
πρώτα οργώνω
μέρες τώρα
οργώνω
τον βυθό
Ανέκαθεν μου άρεσαν τα πράγματα, τα τοπία, οι εικόνες που δεν σε κάνουν
να σκέφτεσαι κάτι συγκεκριμένο· απλώς υπάρχεις, υπάρχουν και δεν σε νοιάζει
τι βρίσκεται πέρα απ’ αυτά.
βαδίζεις και δεν σκέφτεσαι τίποτα, μόνον αισθάνεσαι με την αφή· σαν κάποιος που βρίσκεται εκεί που λένε πως δεν μπορείς να είσαι· σαν κάποιος που όσο πιο κοντά
φθάνει στο φως, τόσο απομακρύνεται από το όνομα.
Περπατάς απόγευμα στον μώλο
σταματάς ακριβώς
πάνω από το σημείο όπου βρίσκομαι
βυθομένος-
Η μορφή σου ορθώνεται τεράστια από πάνω μου-
δεν με βλέπεις
Πουλί στεντόρειο
που πετάς ψηλά, πέρα από τα ναυάγια των πόλεων
πες μου, έχω πεθάνει κι είμαι ακόμα εδώ;
-είμαι αρκετά νεκρός για τον κόσμο αυτό;-
Γιατί κάθε νύχτα είναι η ίδια νύχτα
μα εγώ σε άλλο τέρμα φτάνω;
Έγδυσα τον ουρανό και ντύθηκα
το μαύρο του μανδύα.
Τ’ αστέρια λαμποκοπούσαν
σαν διαμάντια
πάνω στο βελούδινο πέπλο μου.
Έγδυσα τη θάλασσα και φόρεσα
Ο Μικρός Πρίγκιπας: «Αντίο», είπε η αλεπού. «Να το μυστικό μου. Είναι πολύ απλό: Μόνο με την καρδιά βλέπεις αληθινά. Την ουσία δεν τη βλέπουν τα μάτια»