Το βράδυ
Το άγαλμα του κήπου
Τελικά με βρήκε στο όνειρό μου
Και άρχισε να μου μιλάει
Για την ματαιότητα και
Για τον κόσμο
Που δύσκολα χωράει σ’ ένα ποίημα
Χρόνια αργότερα θα πέθαινε
Από ανεκπλήρωτο έρωτα
Και τώρα που μου μιλούσε
Ήταν κιόλας σαν να το κρατάω
Στα χέρια μου
Σαν να αργοσβήνει
Μέσα σε ένα αδιόρατο σύννεφο
Αγριοκέρασου
Νίκης ή σιωπής
Μιας σιωπής που διόλου δεν έμοιαζε με έννοια
Μα πιο πολύ με ποίηση λύτρωση ή σώμα
Άρχισε να ψελλίζει:
Έχω γνωρίσει την στιγμή
Που γίνεται η σύλληψη μιας ιδέας
Την εξαιρετική ηρεμία
Και τον φόβο που την συντροφεύει
Όμως
Πώς να πεις αυτό
Που πρέπει να πεις
Όταν ακόμα και η μάχη
Από ‘δω φαντάζει αυτάρκης!
Ένα μεγάλο ρίγος
Που με κρατάει ακίνητο
Που ξεκινάει από την κορυφή
Και φτάνει μέχρι την Αχερουσία
Όταν τα μάτια μου διψάνε
Για κάποιο ηθικό επιμύθιο
Τα κύτταρά μου
Μεταγγίζουν
Την σκέψη του κορμιού
Την νόσο που λέγεται
Ά ν θ ρ ω π ο ς
Όταν η ζωή προσπαθεί
Να μεταγγίσει στην ποίηση
Την λύτρωση
Μα εκείνη εξελίσσεται
Σε πανδημία
Σε ψυχρή δεσποτεία
Που όλο σε ωθεί βαθύτερα
Στην λήθη
Κι αν η ζωή δεν είναι υπόθεση προσωπική
Τότε γιατί οι μύες μου
Αρχίζουν να γίνονται ασήκωτοι
Τα βράδια;
Πως μπλέκονται τις μέρες μεταξύ τους
Γύρω από ένα άγνωστο κέντρο
που μοιάζει
με αιφνίδια γαλήνη
ή οργή;
Μόλις σπάω την γλυπτή
Την μαρμάρινη σέχτα
Του μυαλού
Η πόρτα του Παραδείσου ανοίγει
Μέσα μου πλήθος αναδύονται σκοτάδια
Η ποίηση είναι αγώνας για την ύπαρξη
Γι’ αυτό και είναι παράλογη
Καταδύομαι σ’ ένα όλον
Που μοιάζει με το μηδέν
Σε μια ιδέα της ιδιοκτησίας της γλώσσας
Ως κοινού αγαθού
Κι εγώ σμπαραλιάζω την ιδιοκτησία
Της γλώσσας με τα νεύρα μου
Με σώμα αβάπτιστου μωρού
Ιδού ο βωμός στον οποίο
Έχουν θυσιαστεί ήρωες αληθινοί
Το σώμα
Που είναι το μεγάλο ποίημα
Το σώμα που είναι
Ποίημα
Το σώμα ποίημα
Το σώμα!
Ιδού ο βωμός – Ποίημα
Ο Δαίμονας
Που λαγοκοιμάται
Στραμμένος προς μια
Τ ρ α γ ι κ ή
Δύση
Κι είναι πολλά
Του αιώνα μας τα χρέη
Κι εγώ ένα κράμα
Αρετής κι ελαττώματος
Λογικής και παραλόγου
Γνωρίζω πως
Το αίτημα στην ελευθερία
Προσδιορίζει
Το δικαίωμα στο έγκλημα
Ως επείγον αίτημα του εγώ
Είμαι ποίηση
Εκείνη η ανώτατη ανάθεση
Ελευθερίας και ζωής
Η παραφροσύνη
Η βία τη νύχτα
Το τυχαίο
Στο οποίο επικαλούμαι και υποκλίνομαι-
Μοιάζει να είναι η τελική μου απάντηση
Μόνο και μόνο
Επειδή οι αλήτες του πνεύματος
Με κατέστρεψαν σωστά:
Ο Ίψεν, ο Νίτσε
Ο Ουάιλντ, ο Ρεμπώ
Ο Μποντλαίρ, ο Πόε
Ο Σελίν και ο Μπλανσώ
Τα άγρια λουλούδια
Τ’ αγριοκέρασα της μορφής
Οι μωρές παρθένες
Αυτό είναι έγκλημα
Η ζωή εδώ
Τι χάος- μα τον Άγιο Δάντη!
Η βραδινή φωτιά
Καίει ολόκληρες
Λεγεώνες νεαρών δολοφόνων
Καμένος και δεν καίγομαι
Κρυμμένος και δεν κρύβομαι
Πράγματι,
Το άγαλμα του κήπου
Με βρήκε στο όνειρό μου
Ήταν η ένατη νύχτα των Ερώτων
Τότε που ξεψύχησε στα χέρια μου
Από χρόνια ακηδία
Κι έτσι που το κράταγα στην αγκαλιά μου
Με ρώτησε με φωνή που έσπαγε:
«Τι είναι ο άνθρωπος;»
«Άνθρωπος είναι αυτό που μιλάει»
Του απάντησα
Είχε την ζεστασιά νεογέννητου
Λίγο πριν χαθεί
Στο αιώνιο σκότος
Στην σαρκαστική σιωπή
Που όριζε το μερίδιό του
Στην μοναξιά
Είπαν πως έφυγε από
Ανεκπλήρωτο έρωτα
Το έλεγαν
Η Β ε α τ ρ ί κ η
Ήταν η ένατη νύχτα των Ερώτων!
Το Επιμύθιο
[ Την γλιτώσαμε κούκλα!
Η πιο όμορφη μέλλει να επιστρέψει στο Purgatorio-
Ο θάνατος θα ήταν επικήδειος μπελάς
Και τα μαλλιά βρεγμένα πάνω στην λαδωμένη ακρογιαλιά
Αν δεν υπήρχε η ποίηση-
Όχι ότι αρκεί από μόνη της η ποίηση- προς θεού!
Κανένας μας και τίποτε δεν δι-αρκεί
Ίσως το αίμα των παρθένων πάνω στις κρυστάλλινες σημαίες
Και το σιωπηλό κομμάτι εαυτού που βυθίζεται μέσα μας
Όπως η αιχμή μιας επίμονης καρφίτσας
Θα τον θυμόσαστε αυτόν τον πλανήτη, ε;
Άλλωστε τι άλλο θα ‘χετε να θυμηθείτε; ]
πηγή
Από ανεκπλήρωτο έρωτα
Και τώρα που μου μιλούσε
Ήταν κιόλας σαν να το κρατάω
Στα χέρια μου
Σαν να αργοσβήνει
Μέσα σε ένα αδιόρατο σύννεφο
Αγριοκέρασου
Νίκης ή σιωπής
Μιας σιωπής που διόλου δεν έμοιαζε με έννοια
Μα πιο πολύ με ποίηση λύτρωση ή σώμα
Άρχισε να ψελλίζει:
Έχω γνωρίσει την στιγμή
Που γίνεται η σύλληψη μιας ιδέας
Την εξαιρετική ηρεμία
Και τον φόβο που την συντροφεύει
Όμως
Πώς να πεις αυτό
Που πρέπει να πεις
Όταν ακόμα και η μάχη
Από ‘δω φαντάζει αυτάρκης!
Ένα μεγάλο ρίγος
Που με κρατάει ακίνητο
Που ξεκινάει από την κορυφή
Και φτάνει μέχρι την Αχερουσία
Όταν τα μάτια μου διψάνε
Για κάποιο ηθικό επιμύθιο
Τα κύτταρά μου
Μεταγγίζουν
Την σκέψη του κορμιού
Την νόσο που λέγεται
Ά ν θ ρ ω π ο ς
Όταν η ζωή προσπαθεί
Να μεταγγίσει στην ποίηση
Την λύτρωση
Μα εκείνη εξελίσσεται
Σε πανδημία
Σε ψυχρή δεσποτεία
Που όλο σε ωθεί βαθύτερα
Στην λήθη
Κι αν η ζωή δεν είναι υπόθεση προσωπική
Τότε γιατί οι μύες μου
Αρχίζουν να γίνονται ασήκωτοι
Τα βράδια;
Πως μπλέκονται τις μέρες μεταξύ τους
Γύρω από ένα άγνωστο κέντρο
που μοιάζει
με αιφνίδια γαλήνη
ή οργή;
Μόλις σπάω την γλυπτή
Την μαρμάρινη σέχτα
Του μυαλού
Η πόρτα του Παραδείσου ανοίγει
Μέσα μου πλήθος αναδύονται σκοτάδια
Η ποίηση είναι αγώνας για την ύπαρξη
Γι’ αυτό και είναι παράλογη
Καταδύομαι σ’ ένα όλον
Που μοιάζει με το μηδέν
Σε μια ιδέα της ιδιοκτησίας της γλώσσας
Ως κοινού αγαθού
Κι εγώ σμπαραλιάζω την ιδιοκτησία
Της γλώσσας με τα νεύρα μου
Με σώμα αβάπτιστου μωρού
Ιδού ο βωμός στον οποίο
Έχουν θυσιαστεί ήρωες αληθινοί
Το σώμα
Που είναι το μεγάλο ποίημα
Το σώμα που είναι
Ποίημα
Το σώμα ποίημα
Το σώμα!
Ιδού ο βωμός – Ποίημα
Ο Δαίμονας
Που λαγοκοιμάται
Στραμμένος προς μια
Τ ρ α γ ι κ ή
Δύση
Κι είναι πολλά
Του αιώνα μας τα χρέη
Κι εγώ ένα κράμα
Αρετής κι ελαττώματος
Λογικής και παραλόγου
Γνωρίζω πως
Το αίτημα στην ελευθερία
Προσδιορίζει
Το δικαίωμα στο έγκλημα
Ως επείγον αίτημα του εγώ
Είμαι ποίηση
Εκείνη η ανώτατη ανάθεση
Ελευθερίας και ζωής
Η παραφροσύνη
Η βία τη νύχτα
Το τυχαίο
Στο οποίο επικαλούμαι και υποκλίνομαι-
Μοιάζει να είναι η τελική μου απάντηση
Μόνο και μόνο
Επειδή οι αλήτες του πνεύματος
Με κατέστρεψαν σωστά:
Ο Ίψεν, ο Νίτσε
Ο Ουάιλντ, ο Ρεμπώ
Ο Μποντλαίρ, ο Πόε
Ο Σελίν και ο Μπλανσώ
Τα άγρια λουλούδια
Τ’ αγριοκέρασα της μορφής
Οι μωρές παρθένες
Αυτό είναι έγκλημα
Η ζωή εδώ
Τι χάος- μα τον Άγιο Δάντη!
Η βραδινή φωτιά
Καίει ολόκληρες
Λεγεώνες νεαρών δολοφόνων
Καμένος και δεν καίγομαι
Κρυμμένος και δεν κρύβομαι
Πράγματι,
Το άγαλμα του κήπου
Με βρήκε στο όνειρό μου
Ήταν η ένατη νύχτα των Ερώτων
Τότε που ξεψύχησε στα χέρια μου
Από χρόνια ακηδία
Κι έτσι που το κράταγα στην αγκαλιά μου
Με ρώτησε με φωνή που έσπαγε:
«Τι είναι ο άνθρωπος;»
«Άνθρωπος είναι αυτό που μιλάει»
Του απάντησα
Είχε την ζεστασιά νεογέννητου
Λίγο πριν χαθεί
Στο αιώνιο σκότος
Στην σαρκαστική σιωπή
Που όριζε το μερίδιό του
Στην μοναξιά
Είπαν πως έφυγε από
Ανεκπλήρωτο έρωτα
Το έλεγαν
Η Β ε α τ ρ ί κ η
Ήταν η ένατη νύχτα των Ερώτων!
Το Επιμύθιο
[ Την γλιτώσαμε κούκλα!
Η πιο όμορφη μέλλει να επιστρέψει στο Purgatorio-
Ο θάνατος θα ήταν επικήδειος μπελάς
Και τα μαλλιά βρεγμένα πάνω στην λαδωμένη ακρογιαλιά
Αν δεν υπήρχε η ποίηση-
Όχι ότι αρκεί από μόνη της η ποίηση- προς θεού!
Κανένας μας και τίποτε δεν δι-αρκεί
Ίσως το αίμα των παρθένων πάνω στις κρυστάλλινες σημαίες
Και το σιωπηλό κομμάτι εαυτού που βυθίζεται μέσα μας
Όπως η αιχμή μιας επίμονης καρφίτσας
Θα τον θυμόσαστε αυτόν τον πλανήτη, ε;
Άλλωστε τι άλλο θα ‘χετε να θυμηθείτε; ]
πηγή
Ο Γιώργος Αλισάνογλου (Καβάλα το 1975) είναι ποιητής, μεταφραστής και εκδότης. Σπούδασε κοινωνιολογία και πολιτικές επιστήμες και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στις διεθνείς σχέσεις και στην κοινωνική πολιτική. Ζει στη Θεσσαλονίκη. Τον Νοέμβριο του 2005 ίδρυσε και από τότε διευθύνει τις εκδόσεις και το βιβλιοπωλείο Σαιξπηρικόν. Ποίησή του εχει μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες, συμπεριλαμβάνεται σε ανθολογίες, ενώ έχει λάβει μέρος σε διάφορα φεστιβάλ και συμπόσια ποίησης στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Τίτλοι βιβλίων: Άηχες κραυγές (2001). Ακάνθινη πόλη (2006). Το παντζάρι και ο διάβολος (2008). Jesu Christiana – Μια μελλοντική προσευχή (2011). ERO(S)» 7 βήματα / 7 λεύγες εντός (2012). Παιχνιδότοπος - Τραύμα για 9 μήνες και 3 εποχές (2016). Κυψέλες (2021).




(1).jpg)
.png)

