Θάμνοι και αναρριχητικά
Φυτρώνουνε και τις παρακαλούνε
Να κρύψουνε το φόβο και τον θάνατο
Που κόβουν βόλτες μέσα τους
Και δεν τις αφήνουν να ανασάνουν
Και να ετοιμαστούν
Για μιας χαράς την ομορφιά
Θά πενθώ πάντα -- μ’ακούς; -- γιά σένα, μόνος, στόν Παράδεισο Ι Θά γυρίσει αλλού τίς χαρακιές Τής παλάμης, η Μοίρα, σάν κλειδούχο...
Όταν σε ρώτησα
Γιατί μαζεύεις την βροχή
Μ’ απάντησες πως ήθελες
Να ‘χεις κάτι να θυμάσαι
Από το φθινόπωρο
Τα βράδια που δεν με παίρνει ο ύπνος
Αφήνω μισάνοιχτες τις πόρτες
Να τρίζουν όταν τις χαϊδεύει το ξαφνικό αεράκι
Να με καθησυχάζουν
Πως σε γνώρισαν μες στο σκοτάδι
Κι ανοίγουν να περάσεις
έρχεται κάθε απόγευμα η σκιά σου
Και με βασανίζει
Ποιος είχε δίκιο, ποιος είχε άδικο
Τώρα πια δεν έχει σημασία
Ο χρόνος όργωσε τις λεπτομέρειες
Κι όταν καμιά φορά συναντηθούμε
Δεν θα παραγνωρίσω τα μάτια σου
Αγόρασα ένα επιτραπέζιο ρολόι
Και το έβαλα στο κομοδίνο
Δίπλα στη θέση που κοιμόσουν
Μέσα στο σκοτάδι
Όταν ακούω αυτό το τικ-τακ
Νομίζω πως είναι η μικρή σου καρδιά
Και την αγγίζω
Ο Μικρός Πρίγκιπας: «Αντίο», είπε η αλεπού. «Να το μυστικό μου. Είναι πολύ απλό: Μόνο με την καρδιά βλέπεις αληθινά. Την ουσία δεν τη βλέπουν τα μάτια»