σ’ έκραξα να μιλήσουμε κι αντάμα να τα πούμε,
τώρα που ακόμα μας κρατεί των γερατειών η νιότη.
Καλόμεροι όσοι ζήσαμε στ’ αγύριστα τα χρόνια,
που το Νησί μας έμοιαζε τόπος του Παραδείσου,
τότε που δεν αλλάζαμε με όβολα τη γη μας
Θά πενθώ πάντα -- μ’ακούς; -- γιά σένα, μόνος, στόν Παράδεισο Ι Θά γυρίσει αλλού τίς χαρακιές Τής παλάμης, η Μοίρα, σάν κλειδούχο...
Αν τύχει νά ’ρθω στους Παξούς και να ’ναι καλοκαίρι
και να ’ναι μήνας Αύγουστος που τόσες χάρες έχει,
μακάρι να με πρόσμενε στο ελιόδασος κρυμμένο
ένα παλιό κι απέριττο λιθοχτισμένο σπίτι
με ξύλινα πορτόφυλλα και πράσινες φανέστρες
και με κεραμιδιά σκεπή κι ασβεστωμένους τοίχους.
Να ’χει μισόφωτη μπασιά κι ηλιόφωτη τη σάλα
Δεν ήξερα πώς να σε βρω στη Λάκκα, στο λιμάνι,
μονάχος σου να κάθεσαι στου μώλου το πεζούλι,
με την τραγιάσκα την παλιά στο ασπρόμαλλο κεφάλι,
με το πουκάμισο ανοιχτό και γυριστά πατζάκια,
με τα ποδάρια σου γυμνά στις πλάκες να πατούνε
και τη θαμπή σου τη ματιά τη θάλασσα να βλέπει
και να μου δείχνεις στ’ ανοιχτά την τράτα που γυρίζει
και τις ψαρόβαρκες γραμμή στο μώλο αραγμένες.
Αχ και να γύριζαν ξανά τα χρόνια τα φευγάτα,
να ξαναζούσε η νόνα μας και να μας παραγγείλει
πολύ πως μας πεθύμησε και να μας δει πως θέλει.
Νωρίς-νωρίς ξυπνήσαμε και φύγαμε μπονώρα
και περπατώντας ήρθαμε προτού το μεσημέρι
κάτω στα Διαλετάτικα, στης νόνας μας το σπίτι.
Κι ο γερο-Μάκης, ο παππούς, καθόταν στο παγκούλι
Τώρα που φτώχυνε η ζωή μεσ’ στα πολλά της πλούτη
και ορφανέψαν οι καρδιές στη μοναξιά του κόσμου,
τώρα που φίλοι και δικοί μακραίνουν και ξεχνιούνται
και που λιγόστεψε το φως στα μάτια της ψυχής μας,
γυρίζω στην πατρώα γη, στο Άλλοτε, στο Τότε,
να ξαναβρώ ό,τι χάνεται απ’ τ’ άχαρο το Τώρα,
την Πίστη μας, τη Γλώσσα μας, την άπαρτη τη Μνήμη,
Στον αδελφό μου Μιχάλη
Τον κάονα τον ήξερα λευκό θαλασσοπούλι
μες στο γαλάζιο τ’ ουρανού και στο γλαυκό του πόντου
ν’ ακολουθεί τη ρότα μας και να φτεροκοπάει
τότε που το καΐκι μας για τους Παξούς τραβούσε.
Ο Μικρός Πρίγκιπας: «Αντίο», είπε η αλεπού. «Να το μυστικό μου. Είναι πολύ απλό: Μόνο με την καρδιά βλέπεις αληθινά. Την ουσία δεν τη βλέπουν τα μάτια»