Αν τύχει νά ’ρθω στους Παξούς και να ’ναι καλοκαίρι
και να ’ναι μήνας Αύγουστος που τόσες χάρες έχει,
μακάρι να με πρόσμενε στο ελιόδασος κρυμμένο
ένα παλιό κι απέριττο λιθοχτισμένο σπίτι
με ξύλινα πορτόφυλλα και πράσινες φανέστρες
και με κεραμιδιά σκεπή κι ασβεστωμένους τοίχους.
Να ’χει μισόφωτη μπασιά κι ηλιόφωτη τη σάλα
και να ’χει και δυο κάμαρες με φτωχικά κρεβάτια
και στο μικρό μου κουζινί να ’χει γωνιά και φούρνο,
να ψήνω ζυμωτό ψωμί, στη στια να μαγειρεύω.
Να ’ναι τα πιάτα στη σκατζιά, τρόφιμα στη φερίδα
και σε κασέλα ξύλινη να βάνω χώρια χώρια
τα διάφορα γεννήματα στα ζωντανά να δίνω.
Και πλάι στα δυο πελεκητά ξύλινα σκαλοπάτια
να βρίσκεται αυλακωτή, παμπάλαια καπάσα
που απ’ της σκεπής την κάναλη, σα βρέχει το χειμώνα,
να πιάνει βρόχινο νερό, να έχουμε για τη λάτρα.
Κι απόξω να ’χει αφοδιά με μιαν ελιά στη μέση,
μ’ ένα τραπέζι πέτρινο κι ολόγυρα πεζούλες
και παρακεί πορτοκαλιά και λεμονιά πιο πέρα
και γλάστρες με γαρίφαλα μοσχοβολιά να στέλνουν.
Και να πηγαίνω το πρωί στου Χαραμή τη σπιάντζα,
που έχει σμαράγδινα νερά, ήμερα και καθάρια,
να κολυμπάω και να τραβώ ίσια κατά την μπούκα,
να ξεχωρίζω στο βυθό ν’ ασημολάμπει ο άμμος,
να καμαρώνω το σχολειό, στο Μαϊστράτο πέρα
και παραδώ ειρηνικό της Λάκκας το λιμάνι,
που έχει πολλές ψαρόβαρκες και λιγοστά καΐκια.
Και σα με πάρει η κούραση απ’ το πολιό κολύμπι
κι αλλάξω ρότα γρήγορα πίσω για να γυρίσω
ολομεμιάς στο γύρισμα ν’ αγάλλεται η καρδιά μου
καθώς θωρώ την Παπαντή με το καμπαναριό της
μες στα πυκνά τα λιόδεντρα στ’ αντικρινά τα πλάγια.
Να κάθομαι στη αφοδιά, ζεστό καφέ να πίνω
με συντροφή το λιόγερμα, τη δειλινή την ώρα.
Και σα νυχτώνει για καλά, να γέρνω να πλαγιάζω
και να ’χω το παράθυρο της κάμαρας λιμπρέτο,
για να τρυπώνουν λεύτερα του φεγγαριού οι αχτίδες
και το άσμα το μονότονο που ψέλνει το τριζόνι
και το αλαφρό, νυχτιάτικο και δροσισμένο αγέρι.
Κι ύστερα ν’ αποκοιμηθώ κι έτσι να λησμονήσω
πως όλα αυτά είν’ αληθινά, μα πέρασαν για πάντα…
~
από τη συλλογή Παξινοί Δεκαπεντασύλλαβοι, Εκδ. Πικραμένος, 2005
πηγή
και στο μικρό μου κουζινί να ’χει γωνιά και φούρνο,
να ψήνω ζυμωτό ψωμί, στη στια να μαγειρεύω.
Να ’ναι τα πιάτα στη σκατζιά, τρόφιμα στη φερίδα
και σε κασέλα ξύλινη να βάνω χώρια χώρια
τα διάφορα γεννήματα στα ζωντανά να δίνω.
Και πλάι στα δυο πελεκητά ξύλινα σκαλοπάτια
να βρίσκεται αυλακωτή, παμπάλαια καπάσα
που απ’ της σκεπής την κάναλη, σα βρέχει το χειμώνα,
να πιάνει βρόχινο νερό, να έχουμε για τη λάτρα.
Κι απόξω να ’χει αφοδιά με μιαν ελιά στη μέση,
μ’ ένα τραπέζι πέτρινο κι ολόγυρα πεζούλες
και παρακεί πορτοκαλιά και λεμονιά πιο πέρα
και γλάστρες με γαρίφαλα μοσχοβολιά να στέλνουν.
Και να πηγαίνω το πρωί στου Χαραμή τη σπιάντζα,
που έχει σμαράγδινα νερά, ήμερα και καθάρια,
να κολυμπάω και να τραβώ ίσια κατά την μπούκα,
να ξεχωρίζω στο βυθό ν’ ασημολάμπει ο άμμος,
να καμαρώνω το σχολειό, στο Μαϊστράτο πέρα
και παραδώ ειρηνικό της Λάκκας το λιμάνι,
που έχει πολλές ψαρόβαρκες και λιγοστά καΐκια.
Και σα με πάρει η κούραση απ’ το πολιό κολύμπι
κι αλλάξω ρότα γρήγορα πίσω για να γυρίσω
ολομεμιάς στο γύρισμα ν’ αγάλλεται η καρδιά μου
καθώς θωρώ την Παπαντή με το καμπαναριό της
μες στα πυκνά τα λιόδεντρα στ’ αντικρινά τα πλάγια.
Να κάθομαι στη αφοδιά, ζεστό καφέ να πίνω
με συντροφή το λιόγερμα, τη δειλινή την ώρα.
Και σα νυχτώνει για καλά, να γέρνω να πλαγιάζω
και να ’χω το παράθυρο της κάμαρας λιμπρέτο,
για να τρυπώνουν λεύτερα του φεγγαριού οι αχτίδες
και το άσμα το μονότονο που ψέλνει το τριζόνι
και το αλαφρό, νυχτιάτικο και δροσισμένο αγέρι.
Κι ύστερα ν’ αποκοιμηθώ κι έτσι να λησμονήσω
πως όλα αυτά είν’ αληθινά, μα πέρασαν για πάντα…
~
από τη συλλογή Παξινοί Δεκαπεντασύλλαβοι, Εκδ. Πικραμένος, 2005
πηγή
Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Πάτρα. Οι γονείς της παξινοί, ο Γεράσιμος Μάστορας (Παπαγεράσιμου) και ή Ελένη Δαλιέτου (Μάκη). Πέρασε στους Παξούς τα μακρά καλοκαίρια των παιδικών, εφηβικών και νεανικών της χρόνων, βιώνοντας τα ήθη, τις συνήθειες και τη ντοπιολαλιά του Νησιού, καθώς τα ζούσε και στο οικογενειακό της περιβάλλον, στην Πάτρα. Στην Πάτρα τελείωσε το Δημοτικό σχολείο και το A' Γυμνάσιο Θηλέων και φοίτησε στην Παιδαγωγική Ακαδημία του Αρσακείου. Εργάστηκε ως δασκάλα στο Δημοτικό σχολείο του Φύλλου Καρδίτσας για δύο περίπου χρόνια. Ολοκλήρωσα την επαγγελματική της σταδιοδρομία ως δασκάλα Κωφών στα σχολεία του Εθνικού Ιδρύματος Κωφών, στην Πάτρα, στον Βόλο και στην Αθήνα. Επί διετία συνεργάστηκε στην έκδοση του παιδικού περιοδικού «Καλημέρα Παιδιά». Προσέφερε και συνεχίζει μέχρι σήμερα να προσφέρει τις υπηρεσίες της σε συλλόγους με φιλανθρωπική και κοινωνική αποστολή, σε νεανικές κατασκηνώσεις και σε Φιλικούς Κύκλους μελέτης της Αγίας Γραφής.




(1).jpg)
.png)

