Το σπίτι της είναι άδειο κι η καρδιά της είναι γερασμένη,
Και γεμάτη από σκιές και αντίλαλους που δεν ξεγελούν
Κανέναν εκτός απ’ αυτήν, γιατί ακόμα προσπαθεί να πλέξει
Με τυφλά ροζιασμένα δάχτυλα, δίχτυα που δεν μπορούν να αντέξουν.
Κάποτε, λέγεται, τα χέρια όλων των αντρών υψώνονταν προς αυτήν,
Και ζυγιάζονταν σαν λευκά πουλιά για το χάδι της:
Ένα στεφάνι μπορούσε να είχε για να δέσει κάθε μπούκλα
Των μαλλιών, και τα γλυκά της χέρια το χρυσάφι των μαγισσών.
Και γεμάτη από σκιές και αντίλαλους που δεν ξεγελούν
Κανέναν εκτός απ’ αυτήν, γιατί ακόμα προσπαθεί να πλέξει
Με τυφλά ροζιασμένα δάχτυλα, δίχτυα που δεν μπορούν να αντέξουν.
Κάποτε, λέγεται, τα χέρια όλων των αντρών υψώνονταν προς αυτήν,
Και ζυγιάζονταν σαν λευκά πουλιά για το χάδι της:
Ένα στεφάνι μπορούσε να είχε για να δέσει κάθε μπούκλα
Των μαλλιών, και τα γλυκά της χέρια το χρυσάφι των μαγισσών.




(1).jpg)
.png)
