Κυριακή πρωί του Ιουνίου,
όταν κλείνω για μια στιγμή τα μάτια
ν’ αφουγκραστώ λίγο τα γύρω μου:
ένα πουλί δοκιμάζει όλους τους ήχους της φωνής του,
ο Τόμπι στα πόδια μου ρουθουνίζει μισοκοιμισμένος,
μια μέλισσα ζουζουνίζει πιο κει,
Θά πενθώ πάντα -- μ’ακούς; -- γιά σένα, μόνος, στόν Παράδεισο Ι Θά γυρίσει αλλού τίς χαρακιές Τής παλάμης, η Μοίρα, σάν κλειδούχο...
Κι ας είναι ήδη Νοέμβριος
με πτώση της θερμοκρασίας
και κασκόλ,
εγώ ακόμα σε βλέπω
να ξεπλένεσαι με το λάστιχο
απ’ το αλάτι της θάλασσας
Τα περισσότερα καλοκαίρια της ζωής του
τα πέρασε γράφοντας ποιήματα
για τα εγκαταλελειμμένα βενζινάδικα
των επαρχιακών οδών
και πίνοντας milko από το μπουκάλι.
Μου γύρισες την πλάτη και γδύθηκες
έτσι όπως γδύνονται
όσοι γνωρίζουν την αφή του ροδοπέταλου
και πώς τρεμίζουν τα νερά του Αμούρ όταν φυσάει ο αέρας.
Κοίταξέ με, μου είπες,
καθώς κατευθυνόσουν με αργά βήματα προς το μπάνιο,
Μου αρέσουν οι νεοϋορκέζοι ποιητές
γιατί στα ποιήματά τους
βγαίνουν έξω από τα μπαρ για να καπνίσουν
και τρώνε νουντλς και σασίμι
και νιώθουν τύψεις που δεν πηγαίνουν
όσο θα έπρεπε στο γυμναστήριο
και έχουν γάτες
Καλοκαίρι είναι να νοικιάζεις ξανά και ξανά
τις ίδιες ταινίες απ’ το βίντεο κλαμπ,
κάτι παλιές γαλλικές με τον Αλαίν Ντελόν,
γιατί είναι στο πιο ψηλό ράφι πίσω απ’ τον πάγκο
κι η υπάλληλος σηκώνεται στις μύτες των ποδιών της
για να τις φτάσει
Εκείνα τα λίγα λεπτά κάθε βράδυ
όταν χαζεύουμε μπροστά στα ράφια τα βιβλία μας,
και το διάβασμα ύστερα μέχρι να νυστάξουμε,
αυτά είναι που δίνουν νόημα στο κρεβάτι,
στα μαξιλάρια και στα ωραία μας φωτιστικά,
ακόμα και στον ύπνο που ακολουθεί,
Ο Μικρός Πρίγκιπας: «Αντίο», είπε η αλεπού. «Να το μυστικό μου. Είναι πολύ απλό: Μόνο με την καρδιά βλέπεις αληθινά. Την ουσία δεν τη βλέπουν τα μάτια»