Μολιέρος (Molière)

«Ο κατά φαντασίαν ασθενής» (1673)

Μολιέρος (Molière)

«Ο Ταρτούφος» (1664)

Μολιέρος (Molière)

«Ο αρχοντοχωριάτης» (1670)

Ουίλλιαμ Σαίξπηρ

«Όνειρο Θερινής Νυκτός»

Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα

«Ματωμένος Γάμος»

Αντουάν Ντε Σαιντ- Εξυπερύ

«Ο μικρός πρίγκηπας»

Αντόν Τσέχωφ

«Ένας αριθμός»

Ντάριο Φο

«Ο τυχαίος θάνατος ενός Αναρχικού»

Ευγένιος Ιονέσκο

«Ρινόκερος»

Μπέρτολτ Μπρεχτ

«Αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι»

723 Ποιητές - 8.176 Ποιήματα

Επιλογή της εβδομάδας..

Οδυσσέας Ελύτης, «Το Μονόγραμμα»

Θά πενθώ πάντα -- μ’ακούς; -- γιά σένα, μόνος, στόν Παράδεισο Ι Θά γυρίσει αλλού τίς χαρακιές  Τής παλάμης, η Μοίρα, σάν κλειδούχο...

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μπίσοπ Ελίζαμπεθ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μπίσοπ Ελίζαμπεθ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Ελίζαμπεθ Μπίσοπ (Elizabeth Bishop), «Στα Ψαράδικα»

Αν και είναι ένα κρύο βράδυ,
εκεί κάτω πλάι σε κάποιο απ’ τα ψαράδικα
ένας γέροντας μπαλώνει τα δίχτυα,
το δίχτυ του σχεδόν αόρατο στο σούρουπο,
ένα βαθύ πορφυρό – καφέ
κι η σαΐτα του φθαρμένη και στιλπνή.
Ο αέρας μυρίζει τόσα έντονα μπακαλιάρο

Ελίζαμπεθ Μπίσοπ (Elizabeth Bishop), «Όνειρο καλοκαιριού»

Στη γερμένη αποβάθρα
λίγα πλοία μπορούσαν να ‘ρθουν.
Ο πληθυσμός αριθμούσε
δύο γίγαντες, έναν χαζό, μία τσιλιβήθρα,

έναν μειλίχιο καταστηματάρχη
κοιμισμένο πίσω από τον πάγκο του
και την ευγενική μας σπιτονοικοκυρά –
η τσιλιβήθρα ήτανε η ράφτρα της.

Ελίζαμπεθ Μπίσοπ (Elizabeth Bishop), «Το Αγριόχορτο»

Ονειρεύτηκα ότι νεκρή αλλά με τη σκέψη ζωντανή,
ξάπλωσα πάνω σ’ ένα τάφο, ή σ΄ ένα κρεβάτι,
(σε κάποιο τέλος πάντων παγερό κι ασφυκτικό μπουντουάρ).
Στην κρύα καρδιά μου η τελευταία σκέψη
έστεκε μαρμαρωμένη, αποτυπωμένη πελώρια και ξεκάθαρη,
άκαμπτη κι ακίνητη όπως ήμουν κι εγώ.
Παραμέναμε διαρκώς στην ίδια κατάσταση

Ελίζαμπεθ Μπίσοπ (Elizabeth Bishop), «Στην αίθουσα αναμονής»

Στο Γουόρτσεστερ της Μασαχουσέτης,
πήγα μαζί με τη θεία Κονσουέλο
για να ‘ναι συνεπής
στου οδοντίατρού της το ραντεβού
και κάθησα και την περίμενα
στου οδοντίατρου την αίθουσα αναμονής.
Ητανε χειμώνας. Νύχτωνε
νωρίς. Η αίθουσα αναμονής
ήτανε γεμάτη ενήλικες,
χειμωνιάτικα και πανωφόρια,

Ελίζαμπεθ Μπίσοπ (Elizabeth Bishop), «Το Άγριο Ελάφι»

(Για την Grace Bulmer Bowers)
Από τις μικρές σε έκταση επαρχίες
του ψαριού, του ψωμιού και του τσαγιού,
εστίες των μεγάλων παλιρροιών
εκεί όπου ο κόλπος εγκαταλείπει τη θάλασσα
δύο φορές τη μέρα κι ακολουθεί
τις μακρινές διαδρομές της ρέγκας,

εκεί όπου αν το ποτάμι
εισχωρεί ή αποτραβιέται
σ’ ένα πρόχωρα από υγρή καφετιά λάσπη,

Ελίζαμπεθ Μπίσοπ (Elizabeth Bishop), «Το Πνεύμα»

«Περίμενε. Άφησέ με να σκεφτώ ένα λεπτό», είπες.
Και στο λεπτό πάνω είδαμε:
Την Εύα και τον Νεύτωνα μ’ ένα κομμάτι μήλο,
τον Μωυσή με τον Νόμο,
τον Σωκράτη με τα σγουρά μαλλιά να ξύνει το κεφάλι του,
κι άλλους πολλούς ακόμη από την Ελλάδα,
να σπεύδουν να φανερωθούν στο σήμερα,
μόλις δώσεις εντολή μ’ ένα σου νεύμα.

Ελίζαμπεθ Μπίσοπ (Elizabeth Bishop), «Τα παιδιά της κατάληψης»

Στις αποπνικτικές πλαγιές των λόφων
παίζουν, σαν κηλίδα ένα κορίτσι κι ένα αγόρι,
μόνα τους, μα κοντά σʼ ένα σαν κηλίδα σπίτι.
Του Ήλιου το κρεμασμένο μάτι
τρεμοπαίζει τυχαία, και τότε τσαλαβουτούν
γιγάντια κύματα φωτός και σκιάς.
Μια κίτρινη πιτσιλιά που χορεύει, ένα κουτάβι,
τους προσέχει. Τα σύννεφα στοιβάζονται˙

Ελίζαμπεθ Μπίσοπ (Elizabeth Bishop), «Ερωτήματα του ταξιδιού»

Υπάρχουν τόσοι καταρράκτες εδώ˙ στριμωγμένα ποτάμια
σπεύδουν τόσο βιαστικά κάτω στη θάλασσα,
κʼ η πίεση από τόσα σύννεφα στις κορυφογραμμές
που τα κάνει να χύνονται στις πλαγιές σʼ απαλή, αργή κίνηση,
αλλάζοντάς τα σε καταρράκτες εμπρός στα ίδια μας τα μάτια.
‒ Κι αν αυτές οι φλέβες, αυτοί οι μίλια μακριοί, στιλπνοί, δακρυλεκέδες
δεν είναι ακόμα καταρράκτες
σε μια κοντινή εποχή ή έτσι, όπως οι εποχές περνούν εδώ,
πιθανώς θα γίνουν.

Ελίζαμπεθ Μπίσοπ (Elizabeth Bishop), «Η αγάπη κοιμάται»

Ξημερώματα, αλλάζοντας όλες οι τροχιές
που διασχίζουν τον ουρανό από μισοσβησμένο άστρο σε άστρο,
ζευγαρώνοντας τα τέλη των δρόμων
σε τρένα φωτός

τώρα μας τραβούν στο φως της μέρας μέσα από τα κρεβάτια μας˙
και ξεκαθαρίζει ό,τι πίεζε το μυαλό μας:
σβήνουν τα λογής σχήματα από νέον
που αρμένιζαν και πρήζονταν και άστραφταν

Ελίζαμπεθ Μπίσοπ (Elizabeth Bishop), «Έχω την ανάγκη μιας μουσικής»

Έχω την ανάγκη μιας μουσικής που θα κυλάει
στ’ αμήχανα ακροδάχτυλά μου αισθήσεις σαν να οφείλει
πάνω στα πικρά μολυσμένα, τρεμάμενά μου χείλη,
μελωδία, βαθιά, καθάρια, και ρευστά αργή να πάει.

Ω, παλιά και χαμηλόφωνη, θεραπευτικά να με κουνάει
τραγουδιού τραγουδισμένου ν’ αναπαύσει κουρασμένο νεκρό,
ένα τραγούδι να πέφτει στο κεφάλι μου πάνω σαν νερό,
στ’ ανατριχιασμένα άκρα, όνειρο ξαναμμένο να φεγγοβολάει.

Ελίζαμπεθ Μπίσοπ (Elizabeth Bishop), «Αγρύπνια»

Η σελήνη στης συρταριέρας τον καθρέφτη
φαίνεται ένα εκατομμύριο μίλια μακριά
(και μάλλον με περηφάνια, για την ίδια,
μα αυτή ποτέ, ποτέ δεν χαμογελά)
κατά πολύ πέρα από τον ύπνο, ή
μάλλον είναι μια ημερήσια κοιμωμένη.

Ελίζαμπεθ Μπίσοπ (Elizabeth Bishop), «Μια τέχνη»

Η τέχνη του χαμού δεν είναι δύσκολο να μαθευτεί
τόσα πολλά πράγματα φαίνονται προσηλωμένα
στο να χαθούν που ο χαμός τους δεν είναι καταστροφή.

Χάνεις κάτι κάθε μέρα. Πέρα από την ταραχή
σαν χάσεις τα κλειδιά σου, άσχημα η ώρα πάει στα χαμένα.
Η τέχνη του χαμού δεν είναι δύσκολο να μαθευτεί.

Αντώνης Σαμαράκης (1919-2003)

«Το άγγελμα της ημέρας»

Μην πεις ποτέ σου: «Είναι αργά!» κι αν χαμηλά έχεις πέσει. κι αν λύπη τώρα σε τρυγά κι έχεις βαθιά πονέσει.

Κι αν όλα μοιάζουν σκοτεινά κι έρημος έχεις μείνει. μην πεις ποτέ σου: «Είναι αργά!» -τ' ακούς;- ό,τι  κι αν γίνει

Ο Μικρός Πρίγκιπας: «Αντίο», είπε η αλεπού. «Να το μυστικό μου. Είναι πολύ απλό: Μόνο με την καρδιά βλέπεις αληθινά. Την ουσία δεν τη βλέπουν τα μάτια»

𝓜πάμπης 𝓚υριακίδης