Εἶν’ ἀπ’ ὥρα ὅπου ὁ ἥλιος ἔχει δύσει,
τ’ ἄστρη ἀνὰ δυὸ καὶ τρία νηοφερμένα,
μήτ’ ἀκόμη τὰ πουλάκια ἔχουν σιωπήσει
σὲ δεντρὰ καὶ θάμνους μέσα φωλεμμένα.
Μιὰ ἢ δυὸ τσίχλες, κι’ ἕνας κοῦκκος μὲ γυρίζει,
κι’ ὁ ἀγέρας μακρυνὸς ὅπου σφυρίζει,
καὶ ὁ ἦχος τοῦ νεροῦ ὅπου ἀναβλύζει,
καὶ τοῦ κούκκου ὁ ἡγεμονικὸς κρωγμὸς
τ’ ἄστρη ἀνὰ δυὸ καὶ τρία νηοφερμένα,
μήτ’ ἀκόμη τὰ πουλάκια ἔχουν σιωπήσει
σὲ δεντρὰ καὶ θάμνους μέσα φωλεμμένα.
Μιὰ ἢ δυὸ τσίχλες, κι’ ἕνας κοῦκκος μὲ γυρίζει,
κι’ ὁ ἀγέρας μακρυνὸς ὅπου σφυρίζει,
καὶ ὁ ἦχος τοῦ νεροῦ ὅπου ἀναβλύζει,
καὶ τοῦ κούκκου ὁ ἡγεμονικὸς κρωγμὸς




(1).jpg)
.png)
