Αυτό που δεν περπάτησα και δεν είδα ακόμη,
Είναι μυστήριο, αλλά
σα να το γνώριζα από πριν,
Προτού ακόμη αυτό υπάρξει εντός των ορίων
της εμπειρίας μου.
Αισίως δύο δεκάδων και μιας παρά κάτι,
Θά πενθώ πάντα -- μ’ακούς; -- γιά σένα, μόνος, στόν Παράδεισο Ι Θά γυρίσει αλλού τίς χαρακιές Τής παλάμης, η Μοίρα, σάν κλειδούχο...
Μίσθαρνη·
Σε κάθε ευκαιρία αλλάζω χρώμα και δέρμα.
Το φιλί·
Ωραίο θέμα, δε λέω.
Ορίζεται από τα χείλη.
Φευ·
Ποιος θα μπορούσε να αποφύγει την αναφορά
στους προγόνους;
Κλειδωμένες όλες οι πόρτες
σφαλίζουν ανελέητα την ερημιά μας.
Πόση γροθιά πόση οδύνη
θέλω ακόμη,
χρειάζεται,
Ήτανε νύχτα όταν ρωτούσες:
Σε ποιον ανήκει μια ιστορία;
Στον έρωτα ή στο θάνατο;
Το δίλημμα του σκαντζόχοιρου (ή ακανθόχοιρου)
Μιλάει για την αναπόφευκτη τριβή
Που προκαλεί η επαφή των ανθρώπων.
Δεν μπορούμε να αγαπηθούμε δίχως
να αλληλοτσιμπηθούμε
Τα βήματα των σκοπευτών είναι τα αναφιλητά
των δρόμων.
Οι δρόμοι, ως γνωστόν, δεν κομπιάζουν ποτέ και
δε δειλιάζουν ποτέ.
Οδηγούν και υποδέχονται.
Πάντοτε κι άλλους.
Με στραμμένο το κεφάλι στο στόχο.
Ο Μικρός Πρίγκιπας: «Αντίο», είπε η αλεπού. «Να το μυστικό μου. Είναι πολύ απλό: Μόνο με την καρδιά βλέπεις αληθινά. Την ουσία δεν τη βλέπουν τα μάτια»