Μολιέρος (Molière)

«Ο κατά φαντασίαν ασθενής» (1673)

Μολιέρος (Molière)

«Ο Ταρτούφος» (1664)

Μολιέρος (Molière)

«Ο αρχοντοχωριάτης» (1670)

Ουίλλιαμ Σαίξπηρ

«Όνειρο Θερινής Νυκτός»

Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα

«Ματωμένος Γάμος»

Αντουάν Ντε Σαιντ- Εξυπερύ

«Ο μικρός πρίγκηπας»

Αντόν Τσέχωφ

«Ένας αριθμός»

Ντάριο Φο

«Ο τυχαίος θάνατος ενός Αναρχικού»

Ευγένιος Ιονέσκο

«Ρινόκερος»

Μπέρτολτ Μπρεχτ

«Αν οι καρχαρίες ήταν άνθρωποι»

723 Ποιητές - 8.176 Ποιήματα

Επιλογή της εβδομάδας..

Οδυσσέας Ελύτης, «Το Μονόγραμμα»

Θά πενθώ πάντα -- μ’ακούς; -- γιά σένα, μόνος, στόν Παράδεισο Ι Θά γυρίσει αλλού τίς χαρακιές  Τής παλάμης, η Μοίρα, σάν κλειδούχο...

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παπαδιαμάντης Αλέξανδρος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Παπαδιαμάντης Αλέξανδρος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, «Πάσχα ρωμέικο» (1891)

Το διήγημα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη «Πάσχα Ρωμέικο» δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1891 στο περιοδικό «Αττικόν Μουσείον», με τον υπότιτλο «σύγχρονος ηθογραφία». Συγκαταλέγεται στα Πασχαλινά όπως και στα λεγόμενα Αθηναϊκά διηγήματά του, δηλαδή στα διηγήματα εκείνα που διαδραματίζονται στην Αθήνα. Ήρωας του διηγήματος είναι ο μπάρμπα-Πίπης, ένας Ιταλο-Κερκυραίος γέροντας, “σχεδόν” αρχιτέκτων στο επάγγελμα που έχει ταξιδέψει πολύ στη ζωή του. Άνθρωπος τίμιος, που απεχθανόταν την ιδιοτέλεια και την πονηρία μα εκτιμούσε ιδιαίτερα την τιμιότητα. Ο μπάρμπα-Πίπης είχε κάνει τάμα στον Άγιο Σπυρίδωνα, πολιούχου της

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, «Παιδική Πασχαλιά» (1891)

Η «Παιδική Πασχαλιά» συγκαταλέγεται στα πασχαλινά διηγήματα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. Πρωτοδημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Άστυ» στις 24 Απριλίου 1891 με τον υπότιτλο «Αναμνήσεις» και στην συνέχεια συμπεριλήφθηκε σε αρκετά σχολικά αναγνώσματα. Το διήγημα μας μιλάει για την ιστορία δυο παιδιών, ενός οχτάχρονου κοριτσιού και ενός τετράχρονου αγοριού, που έχουν χάσει τη μητέρα τους και μένουν μαζί με την άρρωστη γιαγιά τους γιατί ο πατέρας τους είναι ναυτικός. Η γιαγιά τους είναι φιλάργυρη δεν παίρνει παραδουλέυτρα παρόλο που την έχουν ανάγκη και όλες τις δουλειές-αγγαρείες τις έχει αναθέσει στην εγγονή της. Εξαιτίας αυτής της

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, «Η Φόνισσα» (1903)

Η Φόνισσα είναι νουβέλα του συγγραφέα Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. Πρόκειται για το δεύτερο συγγραφικό έργο του και θεωρείται ένα από τα κορυφαία της νεοελληνικής λογοτεχνίας. Είναι γραμμένο στην καθαρεύουσα και αποτελείται συνολικά από 17 κεφάλαια. Δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στο περιοδικό «Παναθήναια» σε συνέχειες από τον Ιανουάριο ως τον Ιούνιο του 1903, έχοντας τον υπότιτλο «κοινωνικόν μυθιστόρημα». Η πλοκή του έργου εκτυλίσσεται στην ιδιαίτερη πατρίδα του συγγραφέα, τη Σκιάθο. 
 
Α´

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, «Το ωραίον φάσμα»

Ἀγάπης καὶ χαρᾶς ἀνέτειλ' ὥρα·
ἀνθοὺς μοσκοβολᾶ καὶ δρόσο στάζει
ἡ φύσις, στὴ μορφιά της ὅλη τώρα,
ποὺ νιότης καὶ ζωῆς γιορτὴ γιορτάζει.
Λαλοῦνε τὰ πουλάκια στὰ κλωνάρια·
νεράϊδες φανερὲς στεφάνια πλέκουν·
καὶ τρέχουν κοπελλιὲς καὶ παλληκάρια,

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, «Έκπτωτος ψυχή»

Καὶ εἶπες· πότε θ' ἀναβῶ ἐπάνω τῶν αἰθέρων!
Πότε, ὡς εἰς τῶν φαεινῶν τοῦ οὐρανοῦ ἀστέρων,
εἰς τὸν ἐν σκότει πλέοντα πλανήτην θ' ἀνατείλω
καὶ δωρεὰν εἰς τοὺς θνητοὺς τὴν αἴγλην μου θὰ στείλω.

Δὲν ἔφθασας νὰ συνειδῇς, νὰ γνῷς ὅ,τι ἐπόθεις,
καὶ ὑπὸ τῆς γαστρὸς εὐθὺς τοῦ Ἄδου κατεπόθης·
τὸ χῶμα, ἐφ' οὗ ἔβαινες, ἐκ βάθους ἀνεσκάφη,
ἡ δόξα του κατέπεσεν ἐντὸς αὐτοῦ κι' ἐτάφη.

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, «Μία ψυχή»

Ὁ ἄγγελος, ὡς λέγουν, τῆς ὑστάτης
πορείας ξεναγός, ἐπαναφέρει
τὴν φεύγουσαν ψυχὴν εἰς τὰ γνωστά της
καὶ εἰς τὰ προσφιλῆ τῆς μνήμης μέρη...

Ἀπηύδησα νὰ κυλινδῶ μοιραίως
τοῦ βίου μου τὸ ἄχθος πρὸς τὸ μνῆμα,
κατάδικος ὡς ἡ ψυχὴ φονέως
ἡ σύρουσ᾿ ἀπὸ τοῦ λαιμοῦ τὸ θῦμα.

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, «Τα Πτερόεντα Δώρα»

Ξένος τοῦ κόσμου καὶ τῆς σαρκός, κατῆλθε τὴν παραμονὴν ἀπὸ τὰ ὕψη, συστείλας τὰς πτέρυγας ὅπως τὰς κρύπτῃ, θεῖος ἄγγελος. Ἔφερε δῶρα ἀπὸ τὰ ἄνω βασίλεια διὰ νὰ φιλεύσῃ τοὺς κατοίκους τῆς πρωτευούσης. Ἦτον ὁ καλὸς ἄγγελος τῆς πόλεως.

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, «Eικόν’ Αχειροποίητη»

Eικόν’ αχειροποίητη, που στην καρδιά μου σ’ είχα,
κι είχα για μόνο φυλαχτό μια της κορφής σου τρίχα.

Ονείρατα στον ύπνο μου μαυροφτερουγιασμένα,
σαν περιστέρι στη σπηλιά μ’ ετάραξαν για σένα.

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, «Νύχτα βασάνου»

Πότε, μάτια μου καημένα,
θὰ κλειστῆτε στὴ σιγή,
νὰ χαρίσετε σ' ἐμένα
ὕπνο, ἀνάπαψη πικρή;

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, «Προς την μητέρα μου»

Μάννα μου, ἐγώ 'μαι τ' ἄμοιρο, τὸ σκοτεινὸ τρυγόνι,
ὅπου τὸ δέρνει ὁ ἄνεμος, βροχὴ ποὺ τὸ πληγώνει.
Τὸ δόλιο! ὅπου κι' ἂν στραφῇ κι' ἀπ' ὅπου κι' ἂν περάσῃ
δὲ βρίσκει πέτρα νὰ σταθῇ, κλωνάρι νὰ πλαγιάσῃ.

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, «Οι Εμποροι των εθνών» (1882)

ΚΕΦΑΛΑΙΟΝ Α´
ΕΚΔΡΟΜΗ
Ἐν ἔτει σωτηρίῳ 1199 οὐδεὶς καθ᾽ ὅλον τὸ Αἰγαῖον πέλαγος εἶχεν ὡραιοτέραν σύζυγον τῆς τοῦ Ἰωάννου Μούχρα, πλουσίου εὐπατρίδου κατοικοῦντος ἐν Νάξῳ. Ἀλλὰ τοῦτο δὲν ἐκώλυεν αὐτὸν τοῦ νὰ ἐκτελῇ παραβόλους ἐκδρομὰς κατὰ τῶν Γενουαίων

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, «O Έρωτας στα χιόνια»

Kαρδιά του χειμώνος. Xριστούγεννα, Άις-Bασίλης, Φώτα.
     Kαι αυτός εσηκώνετο το πρωί, έρριπτεν εις τους ώμους την παλιάν πατατούκαν του, το μόνον ρούχον οπού εσώζετο ακόμη από τους προ της ευτυχίας του χρόνους, και κατήρχετο εις την παραθαλάσσιον αγοράν, μορμυρίζων, ενώ κατέβαινεν από το παλαιόν

Βιογραφία: Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης (1851-1911)

Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης γεννήθηκε στη Σκιάθο, στις 4 Μαρτίου 1851. Η οικογένειά του ήταν, όπως συνέβαινε συνήθως την εποχή εκείνη, πολύτεκνη. Η σειρά των παιδιών ήταν η εξής:  Εμμανουήλ (πέθανε σε νεανική ηλικία), Ουρανία, Χαρίκλεια, Αλέξανδρος, Σοφούλα, Γεώργιος και Κυρατσούλα. Ο πατέρας του Αδαμάντιος Εμμανουήλ, γόνος ναυτικής οικογένειας, ήταν ιερέας

Αντώνης Σαμαράκης (1919-2003)

«Το άγγελμα της ημέρας»

Μην πεις ποτέ σου: «Είναι αργά!» κι αν χαμηλά έχεις πέσει. κι αν λύπη τώρα σε τρυγά κι έχεις βαθιά πονέσει.

Κι αν όλα μοιάζουν σκοτεινά κι έρημος έχεις μείνει. μην πεις ποτέ σου: «Είναι αργά!» -τ' ακούς;- ό,τι  κι αν γίνει

Ο Μικρός Πρίγκιπας: «Αντίο», είπε η αλεπού. «Να το μυστικό μου. Είναι πολύ απλό: Μόνο με την καρδιά βλέπεις αληθινά. Την ουσία δεν τη βλέπουν τα μάτια»

𝓜πάμπης 𝓚υριακίδης