κινούνται στις παρόδους
κρύβονται όπου βρουν στοά
κρατούν στα χέρια τους
χειρόγραφα
που τα λένε φέιγ βολάν
όταν τα πετάν
σε ανύποπτους χρόνους
Θά πενθώ πάντα -- μ’ακούς; -- γιά σένα, μόνος, στόν Παράδεισο Ι Θά γυρίσει αλλού τίς χαρακιές Τής παλάμης, η Μοίρα, σάν κλειδούχο...
Ο σκιώδης φωτογράφος
των ευαίσθητων στιγμών
αποτυπώνει την υγρασία
πάνω σε λευκά ματ χαρτιά
τη στεγνώνει με μικρά πιστόλια
αεροβόλα και ενίοτε θανατηφόρα.
Πυρωμένος καιρός
ήρθε κι εγκαταστάθηκε
στο χειμωνιάτικό μου σώμα.
Κατέβηκε από βουνό.
Κοντοστεκόταν για χρόνια
στο παραλιακό μου
Είμαστε περιορισμένες
σε κελύφη από δέρμα πορώδες
σκληρυμένο στη βροχή και τ’ αλάτι.
Στο εσωτερικό τους
ρόζοι κρέμονται
και μας φωτίζουν
Τις στιγμές που εισβάλλει η όραση στην αφή
βλέπεις το δέρμα ξέχωρα απ’ το σώμα
το κρατάς σαν μωρό
σφιχτά κι απαλά
μικρές τριχούλες ρίγη σταλάζουνε
στους οφθαλμούς
τρυγούν τα δάχτυλα την εσωτερική τους πλευρά
μην και σκιαχτεί η τρυφερότητα.
Αλλάζει το νόημα
το δέρμα του αφήνει και βρίσκει ξανά
μιλάει μέσα από ταριχευμένες φωνές
-πρέπει να υπολογίσουμε και την μεγάλη απόσταση –
άλλοτε με χροιά ψιθύρου
που προφυλάσσει από τις ενοχλητικές κραυγές.
Βρεθήκαμε ανάμεσα σε δύο ισημερίες.
Σταθήκαμε βουβοί.
Υποκριθήκαμε πως ήμασταν
ο καθένας μια άυλη στήλη
συγκεντρώσαμε ύστερα
τα σκόρπια σώματά μας
κομμάτι κομμάτι
αργά, να μη μας πάρει χαμπάρι
της πύλης το τσακάλι που αλυχτάει.
Tώρα κάθησε
στο συρμάτινο κεντήδι
και ηλεκτροφόρησε
τη φωνή σου
στα σύμπαντα.
Ο Μικρός Πρίγκιπας: «Αντίο», είπε η αλεπού. «Να το μυστικό μου. Είναι πολύ απλό: Μόνο με την καρδιά βλέπεις αληθινά. Την ουσία δεν τη βλέπουν τα μάτια»