Η Ακινησία στο Δωμάτιο
Ήταν σαν του Αέρα την Ακινησία—
Ανάμεσα στης Καταιγίδας τους σπασμούς—
Γύρω τα μάτια—είχαν στεγνώσει απ’ το τρίψιμο τα δάκρυα
Κι οι ανάσες συγκεντρωνόντουσαν αποφασιστικά
Θά πενθώ πάντα -- μ’ακούς; -- γιά σένα, μόνος, στόν Παράδεισο Ι Θά γυρίσει αλλού τίς χαρακιές Τής παλάμης, η Μοίρα, σάν κλειδούχο...
Μακάρι να ᾽μουνα για σένα καλοκαίρι,
Όταν οι μέρες του καλοκαιριού έχουν πετάξει!
Και μουσική σου που να παραμένει,
Όταν τα Νυχτοπούλια και οι Φλώροι – έχουν σωπάσει!
Για χάρη σου ακόμα και τον τάφο
Θα υπερπηδήσω, και θ᾽ανθίσω, όλον μ᾽ άνθη
Θα τον γεμίσω από πάνω! Καί μακάρι
Φρεγάτα όπως το Βιβλίο δεν υπάρχει
Για να μας πάει σε Μέρη μακρινά
Ούτε άλογο Δρομέας σαν τη γεμάτη
Σελίδα Ποίησης που όλο αναπηδά –
Τέτοιο Ταξίδι κι ο φτωχότερος θα κάνει
Άλλα Διόδια δεν θα περάσει στα κρυφά –
Πόσο λιτό είν’ αυτό το Άρμα – κουβαλάει
Του Ανθρώπου την ψυχή – με σιγουριά –
Αυτή η αργή Μέρα προχωρούσε-
Άκουγα τους τροχούς της να τρίζουν
Σαν να μην μπορούσαν να κυλήσουν
Και την κίνηση να μισούσαν-
Ο Μικρός Πρίγκιπας: «Αντίο», είπε η αλεπού. «Να το μυστικό μου. Είναι πολύ απλό: Μόνο με την καρδιά βλέπεις αληθινά. Την ουσία δεν τη βλέπουν τα μάτια»