ο μονάκριβος γιος μου,
αυτός που ποτέ δεν είχα,
θα ήταν άντρας σήμερα.
Κινείται
στον άνεμο
άυλος, χωρίς όνομα.
Θά πενθώ πάντα -- μ’ακούς; -- γιά σένα, μόνος, στόν Παράδεισο Ι Θά γυρίσει αλλού τίς χαρακιές Τής παλάμης, η Μοίρα, σάν κλειδούχο...
Το ηλιοβασίλεμα. To λιβάδι της φωτιάς.
Η χαμένη μέρα, το χαμένο φως.
Γιατί αγαπώ ό,τι ξεθωριάζει;
Eσύ που έφυγες, που συνέχιζες να φεύγεις,
ποιά σκοτεινά δωμάτια κατοικείς;
Σηκώθηκα το βράδυ και πήγα στο βάθος του χωλ. Πάνω απ’ την πόρτα με μεγάλα γράμματα έλεγε, ″Αυτή είναι η επόμενη ζωή. Παρακαλώ περάστε.″ Άνοιξα την πόρτα. Μες στο δωμάτιο ένας γενειοφόρος άντρας με ανοιχτόχρωμο πράσινο κουστούμι στράφηκε σε μένα και είπε, ″Καλύτερα να ετοιμάζεσαι, παίρνουμε τον μεγάλο δρόμο.″ ″Τώρα θα ξυπνήσω,″ σκέφτηκα, αλλά έκανα λάθος. Ξεκινήσαμε το ταξίδι μας πάνω από χρυσαφένια τούνδρα και κομματάκια πάγου. Ύστερα δεν υπήρχε τίποτα για μίλια τριγύρω, και ό,τι μπορούσα ν’ ακούσω ήταν η καρδιά μου να χτυπάει και να χτυπάει τόσο δυνατά που νόμιζα πως θα πέθαινα ξανά από την αρχή.
Η τεράστια κούκλα που είναι το σώμα μου
αρνείται να υψώσει το ανάστημά της.
Είμαι το παιχνίδι των γυναικών.
Η μητέρα μου
με υποστύλωσε για τους φίλους της
Μίλα, μίλα, ικέτεψε.
Δεν γνωρίζει ο κάθε άνθρωπος τι θα τραγουδήσει στο τέλος
Ατενίζοντας την προβλήτα καθώς το πλοίο σαλπάρει μακριά ή κάτι παρόμοιο
Καθώς τον αγκαλιάζει το μουγκρητό της θάλασσας, ακίνητος, εκεί στο τέλος,
‘Η τι θα ελπίσει για μια φορά μονάχα, είναι ολοφάνερο πως ποτέ δεν θα γυρίσει πίσω.
Όταν έχει παρέλθει ο καιρός για να κλαδέψει την τριανταφυλλιά ή να χαϊδέψει τη γάτα,
Σ' ένα πεδίο
είμαι η απουσία
του πεδίου.
Έτσι
πάντα συμβαίνει.
Όπου κι αν είμαι
είμαι αυτό που λείπει.
Αδειάζω τον εαυτό μου από τα ονόματα των άλλων.
Αδειάζω τις τσέπες μου.
Αδειάζω τα παπούτσια μου και τα αφήνω δίπλα στο δρόμο.
Τη νύχτα γυρίζω πίσω τα ρολόγια·
ανοίγω το οικογενειακό άλμπουμ
και με κοιτάζω όταν ήμουν αγόρι.
Είναι όλα στο μυαλό, λες,
και δεν έχει καθόλου να κάνει με την ευτυχία.
Ο ερχομός του κρύου,
ο ερχομός της ζέστης, το μυαλό έχει άπειρο χρόνο.
Εσύ παίρνεις το χέρι μου και λες πως κάτι θα συμβεί,
κάτι ασυνήθιστο για το οποίο ήμασταν πάντοτε προετοιμασμένοι,
όπως η άφιξη του ήλιου μετά από μια μέρα στην Ασία,
όπως η αναχώρηση του φεγγαριού μετά από μια νύχτα μαζί μας.
Ο Μικρός Πρίγκιπας: «Αντίο», είπε η αλεπού. «Να το μυστικό μου. Είναι πολύ απλό: Μόνο με την καρδιά βλέπεις αληθινά. Την ουσία δεν τη βλέπουν τα μάτια»