Ετίναξε την ανθισμένη αμυγδαλιά
με τα χεράκια της
και γέμισ’ από τα’ άνθη η πλάτη, η αγκαλιά
και τα μαλλάκια της.
Αχ, χιονισμένη σαν την είδα την τρελή
γλυκά τη φίλησα
τής τίναξα όλα τα’ άνθη από την κεφαλή
κι έτσι της μίλησα:
☆ 723 Ποιητές - 8.176 Ποιήματα ☆
Επιλογή της εβδομάδας..
Οδυσσέας Ελύτης, «Το Μονόγραμμα»
Θά πενθώ πάντα -- μ’ακούς; -- γιά σένα, μόνος, στόν Παράδεισο Ι Θά γυρίσει αλλού τίς χαρακιές Τής παλάμης, η Μοίρα, σάν κλειδούχο...
Γεώργιος Δροσίνης, «Ανθισμένη αμυγδαλιά»
Συνεντεύξεις λογοτεχνών από το παρελθόν: «Γεώργιος Δροσίνης»
Συνέντευξη του ποιητή Γεώργιου Δροσίνη (1859-1951) στην εφημερίδα «Αθηναϊκά Νέα» το 1936.
-Τι γράφετε τώρα; Γ. Δ.: Στίχους όποτε έρθουν και πεζά όποτε πρέπει.
-Έχετε πολλή ανέκδοτη εργασία; -Λίγη στο συρτάρι και πολλή στο νου.
-Πότε πρωτοδημοσιεύσατε έργο σας; -Στα 1878, όταν ήμουν 18 ετών, τη μετάφραση μιας γαλλικής κωμωδίας «Ο παράδοξος γάμος» που έχει και παρασταθή
Βιογραφία: Γεώργιος Δροσίνης (1859-1951)
Ο Γεώργιος Δροσίνης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1859 και πέθανε στην Κηφισιά το 1951. Η οικογένειά του καταγόταν από το Μεσολόγγι. Σπούδασε φιλολογία και μετεκπαιδεύτηκε στο Πανεπιστήμιο της Λειψίας.
Το 1888 επέστρεψε στην Ελλάδα και ανέλαβε τη διεύθυνση του φιλολογικού περιοδικού Εστία. Αργότερα εξέδωσε τα περιοδικά Εθνική Αγωγή, Μελέτη, και Ημερολόγιον της Μεγάλης Ελλάδος.
Γεώργιος Δροσίνης, «Χώμα ελληνικό»
και θα ζούμε μήνες, χρόνους χωρισμένοι,
άφησε να πάρω κάτι κι από σένα,
γαλανή πατρίδα πολυαγαπημένη,
άφησε μαζί μου φυλαχτό να πάρω
για την κάθε λύπη κάθε τι κακό,
φυλαχτό από αρρώστια, φυλαχτό από Χάρο,
Γεώργιος Δροσίνης, «Το φτάσιμο»
στοῦ χωριοῦ τ᾿ ἀποσκιωμένα ἁλώνια
θὰ φανοῦν λευκὰ τὰ χωριοτόσπιτα
πίσω ἀπὸ τῶν πεύκων τ᾿ ἀκροκλώνια.
Μακριὰ θ᾿ ἀκούονται ἀρνιῶν βελάσματα
βραδινὴ καμπάνα θὰ σημαίνει
Γεώργιος Δροσίνης, «Ο Ηλιος και ο Αέρας»
με τον Ήλιο μάλωσε.
Ο Αέρας έλεγε:
– Είμαι δυνατότερος!
Και ο Ήλιος έλεγε:
– Σε περνώ στη δύναμη!
Ένας γέρος γεωργός
Γεώργιος Δροσίνης, «Νύχτα Χριστουγεννιάτικη»
Την άγια νύχτα τη Χριστουγεννιάτικη
λυγούν τα πόδια
και προσκυνούν γονατιστά τη φάτνη τους
τ᾿ άδολα βώδια.
Κι᾿ ο ζευγολάτης ξάγρυπνος θωρώντας τα
σταυροκοπιέται
και λέει με πίστη απ᾿ της ψυχής τ᾿ απόβαθα,
Χριστός γεννιέται!
Γεώργιος Δροσίνης, «Τι λοιπόν;»
Τί λοιπόν, τῆς ζωῆς μας τὸ σύνορο
θὰ τὸ δείχνει ἕνα ὀρθὸ κυπαρίσσι;
Κι ἀπ' ὅ,τι εἴδαμε, ἀκούσαμε, ἀγγίξαμε
τάφου γῆ θὰ μᾶς ἔχει χωρίσει;
Ὅ,τι ἀγγίζουμε, ἀκοῦμε καὶ βλέπουμε,
τοῦτο μόνο Ζωή μας τὸ λέμε;
Γεώργιος Δροσίνης, «Σταλαγματιαίς»
Νὰ πέσουν 'ςτὸ χαρτὶ ἂν τύχῃ:
Πόνοι, χαραὶς κ' αἰσθήματά μου
Σιγὰ σιγὰ γίνονται στίχοι.
Ἀπὸ σταλιαὶς νεροῦ ποῦ στάζουν
Μέσ' ς τὴ σπηλιὰ ἔτσι θὰ 'δῆτε
Τοὺς βράχους γύρῳ νὰ σκεπάζουν
Ἀφροπλασμένοι Σταλακτῖται.
Γεώργιος Δροσίνης, «Η θάλασσα και τα ποτάμια»
παραπονεμένα
κι εἶπαν τῆς θαλάσσης:
Φέρνομε σ᾿ ἐσένα
Γεώργιος Δροσίνης, «Βαθιά, τη νύχτα»
μὲ τ᾿ ἀνοιχτὰ φτερὰ τοῦ ὀνείρου,
πετᾷ ἡ ψυχή μου, σκλάβα ἐλεύθερη,
στοὺς μυστικοὺς κόσμους τοῦ Ἀπείρου,
Γεώργιος Δροσίνης, «O βιολιστής»
Hταν ένας βιολιστής με παρδαλά ρούχα και με υψηλό σκούφο. Στο λαιμό του κρατούσε
Γεώργιος Δροσίνης, «Το σπίτι σου»
κι ἀπ᾿ τὸ δρόμο κι ἀπ᾿ τὴ γειτονιά.
Μόνον ἡ παλιὰ βρυσούλα στέρεψε
στὴν ἀντικρινή σου τὴ γωνιά.
Γεώργιος Δροσίνης, «Δε θέλω του κισσού το πλάνο ψήλωμα…»
Χτισμένα ἀπὸ τὰ σύννεφα τῆς θερινῆς βραδιᾶς,
«Δὲν θέλω τοῦ κισσοῦ τὸ πλάνο ψήλωμα
σὲ ξένα ἀναστυλώματα δεμένο
Αντώνης Σαμαράκης (1919-2003)
«Το άγγελμα της ημέρας»
Μην πεις ποτέ σου: «Είναι αργά!» κι αν χαμηλά έχεις πέσει. κι αν λύπη τώρα σε τρυγά κι έχεις βαθιά πονέσει.
Κι αν όλα μοιάζουν σκοτεινά κι έρημος έχεις μείνει. μην πεις ποτέ σου: «Είναι αργά!» -τ' ακούς;- ό,τι κι αν γίνει
Ο Μικρός Πρίγκιπας: «Αντίο», είπε η αλεπού. «Να το μυστικό μου. Είναι πολύ απλό: Μόνο με την καρδιά βλέπεις αληθινά. Την ουσία δεν τη βλέπουν τα μάτια»




(1).jpg)
.png)
