Τί λοιπόν, τῆς ζωῆς μας τὸ σύνορο
θὰ τὸ δείχνει ἕνα ὀρθὸ κυπαρίσσι;
Κι ἀπ' ὅ,τι εἴδαμε, ἀκούσαμε, ἀγγίξαμε
τάφου γῆ θὰ μᾶς ἔχει χωρίσει;
Ὅ,τι ἀγγίζουμε, ἀκοῦμε καὶ βλέπουμε,
τοῦτο μόνο Ζωή μας τὸ λέμε;
Κι αὐτὸ τρέμουμε μήπως τὸ χάσουμε
καὶ χαμένο στοὺς τάφους τὸ κλαῖμε;
Σ' ὅ,τι ἀγγίζουμε, ἀκοῦμε καὶ βλέπουμε
τῆς ζωῆς μας ὁ κόσμος τελειώνει;
Τίποτε ἄλλο; Στερνό μας ἀπόρριμα
τὸ κορμὶ ποὺ σκορπιέται καὶ λιώνει;
Κάτι ἀνέγγιχτο, ἀνάκουστο, ἀθώρητο
μήπως κάτω ἀπ' τοὺς τάφους ἀνθίζει
κι ὅ,τι μέσα μας κρύβεται ἀγνώριστο
μήπως πέρ' ἀπ' τὸ θάνατο ἀρχίζει;
Μήπως ὅ,τι θαρροῦμε βασίλεμα
γλυκοχάραμ' αὐγῆς εἶναι πέρα
κι ἀντὶ νά 'ρθει μιὰ νύχτ' ἀξημέρωτη
ξημερώνει μι' ἀβράδιαστη μέρα;
Μήπως εἶν' ἡ ἀλήθεια στὸ θάνατο
κι ἡ ζωὴ μήπως κρύβει τὴν πλάνη;
Ὅ,τι λέμε πὼς ζεῖ μήπως πέθανε
κι εἶν' ἀθάνατο ὅ,τι ἔχει πεθάνει;
πηγή
Σ' ὅ,τι ἀγγίζουμε, ἀκοῦμε καὶ βλέπουμε
τῆς ζωῆς μας ὁ κόσμος τελειώνει;
Τίποτε ἄλλο; Στερνό μας ἀπόρριμα
τὸ κορμὶ ποὺ σκορπιέται καὶ λιώνει;
Κάτι ἀνέγγιχτο, ἀνάκουστο, ἀθώρητο
μήπως κάτω ἀπ' τοὺς τάφους ἀνθίζει
κι ὅ,τι μέσα μας κρύβεται ἀγνώριστο
μήπως πέρ' ἀπ' τὸ θάνατο ἀρχίζει;
Μήπως ὅ,τι θαρροῦμε βασίλεμα
γλυκοχάραμ' αὐγῆς εἶναι πέρα
κι ἀντὶ νά 'ρθει μιὰ νύχτ' ἀξημέρωτη
ξημερώνει μι' ἀβράδιαστη μέρα;
Μήπως εἶν' ἡ ἀλήθεια στὸ θάνατο
κι ἡ ζωὴ μήπως κρύβει τὴν πλάνη;
Ὅ,τι λέμε πὼς ζεῖ μήπως πέθανε
κι εἶν' ἀθάνατο ὅ,τι ἔχει πεθάνει;
πηγή
Ο Γεώργιος Δροσίνης (Αθήνα, 1859 - Αθήνα 1951) ήταν ποιητής, πεζογράφος
και δημοσιογράφος. Ήταν ένας από τους πρωτοπόρους της Νέας Αθηναϊκής
Σχολής στην ποίηση και της ηθογραφίας στην πεζογραφία. Η πρώτη ποιητική
του συλλογή Ιστοί Αράχνης σηματοδότησε την εμφάνιση της Νέας Αθηναϊκής
Σχολής ενώ το διήγημά του Χρυσούλα κέρδισε το πρώτο βραβείο στον πρώτο
διαγωνισμό διηγήματος του περιοδικού «Η Εστία» το 1883. [Βιογραφία]