πλαγιάζανε τις νύχτες δύο ληστές.
Άκουγε κάθε νύχτα τα μαχαίρια τους
άκουγε τα σκοτεινά τους λόγια.
Κι έλεγε ο ένας να τον πάμε στα βουνά
να τον κάνουμε ληστή.
Κι έλεγε ο άλλος να του βγάλουμε τα μάτια
να τον κάνουμε ζητιάνο βιολιτζή.
Θά πενθώ πάντα -- μ’ακούς; -- γιά σένα, μόνος, στόν Παράδεισο Ι Θά γυρίσει αλλού τίς χαρακιές Τής παλάμης, η Μοίρα, σάν κλειδούχο...
Ομιλία του ποιητή Γιώργη Παυλόπουλου στην εκδήλωση του περιοδικού «Γράμματα και Τέχνες» πού έγινε προς τιμήν του στο «Σπίτι της Κύπρου» στις 8-12-1997. Αναδημοσιεύεται διασκευασμένη σε πολυτονικό από το τεύχος 83 του περιοδικού «Γράμματα και Τέχνες» (Φεβρουάριος - Μάρτιος 1998)
«Ἂν ἕνα πουλὶ μποροῦσε νὰ πεῖ μὲ ἀκρίβεια τί τραγουδάει, γιατί τραγουδάει, καὶ τί εἶναι αὐτὸ ποὺ τὸ κάνει νὰ τραγουδάει, δὲν θὰ τραγούδαγε».
Στην Ισμήνη και στον Στέλιο Τριάντη
Σαν έκλεινε το μουσείο
αργά τη νύχτα η Δηιδάμεια
κατέβαινε από το αέτωμα.
Κουρασμένη από τους τουρίστες
έκανε το ζεστό λουτρό της και μετά
ώρα πολλή μπροστά στον καθρέφτη
χτένιζε τα χρυσά μαλλιά της.
Ο Μικρός Πρίγκιπας: «Αντίο», είπε η αλεπού. «Να το μυστικό μου. Είναι πολύ απλό: Μόνο με την καρδιά βλέπεις αληθινά. Την ουσία δεν τη βλέπουν τα μάτια»